Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Ἀγώνας κατά τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου
Ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ ἐκ µέρους τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλει νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ἁµαρτία, συµπίπτει µέ τόν πνευµατικό ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ.
Ὁ πνευµατικός ἀγῶνας, ὁ ὁποῖος ἀποδεσµεύει τήν ψυχή ἀπό τήν ἁµαρτία, παρουσιάζει τρία µέτωπα. Καί κατά πρῶτο καί κύριο λόγο ὁ ἀγῶνας αὐτός διεξάγεται ἐναντίον τῶν ἀδυναµιῶν καί παθῶν, τῶν ἐµφύτων πονηρῶν καταβολῶν, τίς ὁποῖες µέ τή γέννησή του φέρει ὁ ἄνθρωπος. Πολύ παραστατικά καί µέ ἐπιγραµµατική βραχυλογία, τόν περιγράφει ὁ Κύριος:
«Ἀπό µέσα ἀπό τήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων ἐξέρχονται οἱ κακές σκέψεις καί ἀποφάσεις, µοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι, κλοπές, κάθε εἴδους ἀδικίες, πού προέρχονται ἀπό τήν πλεονεξία, µοχθηρίες καί κακίες, ἀπάτη, ἠθική παραλυσία καί ἀκράτεια, ὀφθαλµός φθονερός καί κακός, βλασφηµία, ὑπερηφάνεια, τρέλλα καί ἀµυαλωσύνη, πού τήν γεννᾶ ὁ σκοτισµός τῆς ἁµαρτίας. Ὅλα αὐτά τά κακά ἐξέρχονται ἀπό µέσα, διότι στήν καρδιά ἀρχικά φυτρώνουν ὡς λογισµοί καί ἐπιθυµίες καί ἀποφάσεις, καί αὐτά κάνουν ἀκάθαρτο τόν ἄνθρωπο».
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ὑποχωρήσει στίς παρορµήσεις αὐτές, οἱ ὁποῖες ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἐσωτερικό του κόσµο, τότε διατρέχει τόν κίνδυνο νά τίς µεταβάλει σέ κυρίαρχα πάθη. Συνεχής δέ καί µακροχρόνια ὑποχώρηση δηµιουργεῖ κατάσταση δουλείας.
Καί ὁ Μ. Βασίλειος ἀναγνωρίζοντας τή δυσκολία τῆς πάλης, αὐτόν τόν πνευµατικό ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου περιγράφει, ὅταν σηµειώνει: «Νά µάθεις, νά διδαχθεῖς τήν εὐαγγελική πολιτεία, τήν εὐθύτητα τῶν µατιῶν, τήν ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, τή δουλαγώγηση τοῦ σώµατος, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ, τήν ἐξαφάνιση τῆς ὀργῆς.Ὅταν ἀγγαρεύεσαι, νά προσθέτεις (Ματθ. ε΄ 41).Ὅταν σέ ἀδικοῦν, νά µή πᾶς σέ δικαστήρια (Ματθ. ε΄ 25). Ὅταν µισεῖσαι, νά ἀγαπᾶς (Ματθ. ε΄ 44). Ὅταν διώκεσαι, νά ὑποµένεις (Ματθ. ε΄ 44). Ὅταν βλασφηµεῖσαι, νά παρακαλεῖς (Α΄ Κορ. δ΄ 12-13). Νά νεκρωθεῖς γιά τήν ἁµαρτία (Ρωµ. Στ΄ 2), νά σταυρωθεῖς µέ τόν Χριστό. Ὁλόκληρη τήν ἀγάπη δῶσε την στόν Κύριο. Ἀλλά αὐτά εἶναι δύσκολα».2
Εὐθύς ἀµέσως ὁ Φωστήρ τῆς Καισαρείας µᾶς πείθει γιά τό δίκαιο τῆς δυσκολίας τοῦ πνευµατικοῦ ἀγώνα, ὅταν ὑποστηρίζει: «Καί ποιό ἀπό τά καλά εἶναι εὔκολο; Ποιός ἔστησε τρόπαιο νίκης µέ τό νά κοιµᾶται; Ποιός στεφανώθηκε µέ τά στεφάνια τῆς καρτερίας, ζῶντας πολυτελῆ ζωή καί διασκεδάζοντας; Κανένας δέν πῆρε βραβεῖο χωρίς νά τρέξει. Οἱ κόποι γεννοῦν δόξα, οἱ µόχθοι φέρνουν τά στεφάνια. Πρέπει, λέω καί ἐγώ, ἐµεῖς διά µέσου πολλῶν θλίψεων θά εἰσέλθουµε στήν οὐράνιο βασιλεία» (Πράξ. Ιδ΄ 22)! Ἀλλά τίς θλίψεις αὐτές, τίς διαδέχεται ἡ µακαριότητα στήν οὐράνιο βασιλεία”.3
Ἀγώνας κατά τοῦ διαβόλου
Ἀλλά δέν εἶναι αὐτό τό µοναδικό µέτωπο, τό ὁποῖο ἔχει νά ἀντιµετωπίσει ὁ ἀνασφαλής ψυχικά ἄνθρωπος. Ἔχει νά διεξαγάγει ἀγῶνα καί «πρός ἐχθρούς πνευµατικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀργάνωση στρατιωτική. Βαδίζουν µέ σχέδιο, τό ὁποῖο εἶναι καλά µελετηµένο. Τά πονηρά αὐτά τάγµατα ἔχουν ἐξουσία πάνω στό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι µέ τήν ἀµέλειά τους γίνονται δοῦλοι καί ὑπήκοοί τους. Καί ἐπειδή τό πλῆθος τῶν δυστυχισµένων ὀπαδῶν τους εἶναι µεγάλο, οἱ δαίµονες φαίνονται ὡσάν νά εἶναι κοσµοκράτορες».4
Καί ὁ ἱερός Χρυσόστοµος, ἀναφερόµενος σ’ αὐτό τό µέτωπο τοῦ πνευµατικοῦ ἀγῶνα, ὡς ἔµπειρος πολεµιστής διακρίνει τά πανοῦργα τεχνάσµατα καί τίς παραπλανητικές µεθοδεῖες τοῦ ἐχθροῦ, µέ τίς ὁποῖες προσπαθεῖ νά ὑποσκελίσει ὕπουλα τόν πιστό καί καθοδηγεῖ γράφοντας: «Ἐπειδή λοιπόν παρήγγειλε πολλά πού ἔπρεπε νά γίνουν, µή φοβεῖσθε, λέει, στηρίξατε τήν ἐλπίδα σας στόν Κύριο καί ὅλα θά τά ἀνακουφίσει. «Καί ντυθεῖτε ὁλόκληρο τόν ὁπλισµό, µέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός ὁπλίζει τούς στρατιῶτες Του, γιά νά µπορεῖτε νά ἀντιστέκεσθε στά πανοῦργα τεχνάσµατα τοῦ διαβόλου». Δέν εἶπε, στίς µάχες, οὔτε στούς πολέµους, ἄλλα «στά τεχνάσµατα». Διότι ὁ ἐχθρός δέν πολεµάει οὔτε ἁπλᾶ, οὔτε φανερά, ἄλλα µέ τεχνάσµατα. Τί σηµαίνει µεθοδεία; Μεταχειρίζοµαι τέχνασµα, σηµαίνει παραπλανῶ καί µέ τίς ἐπινοήσεις καταβάλλω κάποιον, πρᾶγµα πού γίνεται καί στήν περίπτωση τῶν τεχνασµάτων, καί µέ λόγια, καί µέ ἔργα, καί µέ παλαιστικά τεχνάσµατα, σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι µᾶς παραπλανοῦν! Ἐπεξηγῶ τί ἐννοῶ: ποτέ (ὁ διάβολος) δέν παρουσιάζει φανερά τά ἁµαρτήµατα, τήν εἰδωλολατρεία δέν τήν λέει, ἀλλά διαφορετικά παριστάνει τοῦτο µεταχειριζόµενος τεχνάσµατα, δηλαδή, παριστάνει πιθανόν τόν λόγο καί χρησιµοποιεῖ ἐπικαλύµµατα”.5
Στή συνέχεια ὁ ἱερός Χρυσόστοµος καθιστᾶ προσεκτικούς τούς χριστιανούς, ὅταν ὑπογραµµίζει τό ἄνισο τοῦ ἀγῶνα, ἐφ’ ὅσον οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι ἀντιµετωπίζουν ὄχι µόνο τήν ἀνθρωποκτόνο πονηρία τῶν δαιµόνων, ἀλλά καί ἀντιπαλαίουν µέ ἰσχυρότερά τους –ὡς πρός τήν φύση– ὄντα· καί τοῦτο, διότι οἱ δαίµονες εἶναι ἀσώµατοι (…). «Διότι δέν ἔχοµε νά παλαίψουµε, λέει, πρός ἀντιπάλους ὁµοίους µέ µᾶς, µέ αἷµα καί σάρκα, σάν τή δική µας. Ἀλλά πρός τίς ἀρχές, πρός τίς ἐξουσίες, πρός τά διαβολικά αὐτά τάγµατα, πρός τούς κοσµοκράτορες, πού ἄρχουν ἐπάνω στό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, πού εἶναι βυθισµένοι στό ἠθικό σκοτάδι, τό ὁποῖο ἐπικρατεῖ στόν αἰῶνα αὐτόν. Καλούµαστε νά παλαίψουµε πρός τά πνευµατικά ὄντα, τά ὁποῖα εἶναι γεµᾶτα πονηρία καί τά ὁποῖα κατοικοῦν στούς ὁρίζοντες, πού εἶναι πάνω ἀπό τόν ἀέρα»