Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ(ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ)

s-drekouaenai-epanastasi-img_assist_custom-320x240
Με τις πρεσβείες του Αγίου Νεκταρίου αενάως για την σωτηρία μας και την σιωπή μας. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παμβώ, αν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του είπε: «Καλύτερα είναι να σωπαίνουμε». Καλό ταξίδι με χωριστά πανιά σε άλλους δρόμους αναζήτησης και υδάτινους ωκεανούς.
Ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια
υπάρχει η διέξοδος της σιωπής.
[…] Βγαίνω στην αυλή. Πολύς ο θόρυβος, οι συνομιλίες, οι φωνές. Νιώθω τον πόνο μιας πληγωμένης σιωπής. Προσπαθώ ν’αφήσω τους ήχους να περνούν από τ’ αυτιά μου, χωρίς να δίνω σημασία. Πόσο θα ήθελα να ήμουν μόνος σ’αυτόν τον χώρο!
Έχω την βεβαιότητα, πως ο αέρας είναι γεμάτος μυστικές φωνές, που δεν μπορώ ν’ αφουγκραστώ. Κάθε μου βήμα μεγαλώνει τη δίψα μου για λίγη ησυχία. […] Εύκολα γίνεται πικρή η ματιά σου μπροστά στην αδυναμία των ανθρώπων. Το μυαλό σου σκορπίζεται εύκολα στην παρατήρηση των άλλων. Συμμάζεψε όσο μπορείς το βλέμμα σου, περιόρισε όσο μπορείς τη διάσπαση του νου σου. Δεν έχει καλό τέλος αυτός ο δρόμος. Θα συνηθίσεις να διακρίνεις αμέσως τα λάθη των άλλων, αλλά θα το πληρώσεις με μεγάλη μοναξιά.
Συνάμα, λίγο-λίγο, θα χάνεις την παιδική σου ματιά, μέχρις ότου να ξεχάσεις εντελώς, πως όλοι λαχταράμε το καλύτερο και προδινόμαστε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όσο αυτό το ξεχνάς, τόσο και πιο άτεγκτος θα γίνεσαι για τους γύρω σου. Θα βροντοφωνάζεις πάντα το σωστό αλλά θα βλέπεις έκπληκτος πως οι άνθρωποι θα φεύγουν από κοντά σου. Είναι, γιατί τους δίνεις άτεγκτη δικαιοσύνη κι αυτοί λαχταράνε τη συγνώμη. Φωνάζεις πολύ κι αυτοί λαχταράνε λίγη σιωπή.
-Να παλέψεις για τη σιωπή του νου σου. Μην τον αφήσεις στη διάλυσή του. Αν δεν προσέξεις, θα τρέχει από δω κι από κει, χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα. Θα παρατηρείς τα πάντα, θα κρίνεις τα πάντα, θα νομίζεις πως φτιάχνεις τον κόσμο και την ίδια ώρα θα γεμίζεις, ανεπαίσθητα, περιφρόνηση για τον κόσμο. Χωρίς να το καταλάβεις, θα μάθεις ν’ ανεβάζεις τον εαυτό σου σ’ ένα θρόνο ψηλό κι από κει να μετράς τους πάντες και τα πάντα με το δικό σου το μέτρο. Και θα μάθεις να μιλάς, να μιλάς πολύ!
Η σιωπή όμως… η σιωπή! Θα αφήσει στην καρδιά σου χώρο ν’ ακουστεί η φωνή του Θεού. Η σιωπή θα σε απαλλάξει από το φτωχό σου μέτρο και θα σε μάθει να μετράς τον εαυτό σου και τον κόσμο με το δικό Του μέτρο. Θα μείνεις τότε άφωνος από τα κρίματά σου. Και δυο φορές θα μείνεις άφωνος από την υπομονή του Θεού. Πού να βρεις μετά διάθεση και θάρρος ν’ ασχοληθείς με τα κρίματα των άλλων! Γι’ αυτό σου λέω, η σιωπή θα γεμίσει τη ματιά σου κατανόηση και οικτιρμό για τον εαυτό σου και τον κόσμο. Θα κερδίσεις όμως και κάτι, ακόμα πιο πολύτιμο: Ξέροντας ποιος είσαι και ποια είναι τα όριά σου, θα σου είναι αδιάφορη η γνώμη των άλλων για σένα. Θα γίνεις άτρωτος στην κατάκριση, ακόμη και στη συκοφαντία. Η συκοφαντία… Να ξέρεις, πριν τις μεγάλες αποφάσεις, το μυαλό πλημμυρίζει από διλήμματα και αμφιβολίες.
Σκοπό μου έβαλα κι εγώ να μην τον σκαναλίσω ποτέ. Ήταν αυτός από τους σπουδαιότερους λόγους της κατοπινής σιωπής μου… […]
Στρέφεις το πρόσωπό σου και το σκοτεινό δωμάτιο γεμίζει φως και άρωμα μύρου. Συνεχίζεις να μιλάς κι οι λέξεις σου στολίζουν τον κόσμο.
Μάθε να διακρίνεις την καλή πρόθεση. Μάθε να κατανοείς, να αγαπάς και να δοξολογείς. Κι όχι μόνο για σήμερα. Για την κάθε ημέρα της ζωής σου, το κάθε τι γύρω σου να γίνεται αιτία δοξολογίας στον Θεό.
Άντε, στο καλό!

Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ

Όταν ο άνθρωπος ανέλθη από την σαρκική γνώση στην ψυχική και από την ψυχική στην πνευματική, τότε ορά τον Θεό και αποκτά την γνώση του Θεού, που είναι η σωτηρία του. Η γνώση του Θεού, όπως θα αναπτυχθή κατωτέρω, δεν είναι εγκεφαλική, αλλά υπαρξιακή, δηλαδή όλη η ύπαρξη του ανθρώπου πληροφορείται αυτήν την θεογνωσία. Αλλά για να φθάση ο άνθρωπος σ’ αυτήν την γνώση πρέπει να προηγηθή κάθαρση της καρδιάς, δηλαδή θεραπεία της ψυχής, του νοός και της καρδίας. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8).
Όπως έχει σημειωθή, ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι η γνώση του Θεού δεν είναι υπόθεση θεωρίας του Θεού, αλλά υπόθεση της νοήσεως του ανθρώπου. Μπορούμε, έλεγε, να αποκτήσουμε την θεογνωσία με την φιλοσοφία, γι’ αυτό τους Προφήτας και τους Αποστόλους, που έβλεπαν το άκτιστο Φως, κατέτασσε σε κατώτερη θέση από τους φιλοσόφους. Το άκτιστο Φως το ονόμαζε αισθητό, κτιστό και «χείρον της ημετέρας νοήσεως». Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, φορεύς της Παραδόσεως και άνθρωπος της αποκαλύψεως, υποστήριζε τα αντίθετα. Στην θεολογία του παρουσιάζεται η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία, το άκτιστο Φως, δηλαδή η όραση του Θεού, δεν είναι απλώς συμβολική όραση, δεν είναι αισθητή και κτιστή, ούτε κατωτέρα της νοήσεως, αλλά είναι θέωση. Δια της θεώσεως ο άνθρωπος αξιώνεται να δη τον Θεό. Και αυτή η θέωση δεν είναι αφηρημένη κατάσταση, αλλά ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δηλαδή ο άνθρωπος θεωρώντας το άκτιστο Φως, το βλέπει γιατί ενώνεται με τον Θεό, το βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς και με αυτούς ακόμη τους σωματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι έχουν μετασκευασθή από την ενέργεια του Θεού. Επομένως η θεωρία είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτή η ένωση είναι γνώση του Θεού. Τότε ο άνθρωπος αξιώνεται να γνωρίση τον Θεό. Και αυτή η γνώση είναι υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν και υπέρ την αίσθησιν.
…Ο άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για την έκσταση. Αλλά αυτή η έκσταση, στην πατερική διδασκαλία, δεν έχει καμμιά σχέση με την έκσταση της Πυθείας και των άλλων θρησκειών…Με άλλα λόγια η έκσταση, που είναι η αδιάλειπτη νοερά προσευχή κατά την οποία ο νους του ανθρώπου έχει μνήμη αδιάλειπτη του Θεού και δεν έχει καμμιά σχέση με τα πάθη και τον λεγόμενο κόσμο της αμαρτίας, δεν είναι ακόμη ένωση με τον Θεό. Η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό γίνεται όταν έλθη ο Παράκλητος στον προσευχόμενο, που κάθεται στο υπερώο των φυσικών ακροτήτων και αναμένει την επαγγελία του Θεού, και τον αρπάζει στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Η έλλαμψη του Θεού είναι εκείνη που δείχνει την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.
…Αυτά δείχνουν ότι η όραση του Θεού, η θέωση, η ένωση και η γνώση του Θεού είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Δεν μπορούν να νοηθούν ανεξάρτητα. Η διάσπαση αυτής της ενότητος απομακρύνει τον άνθρωπο από την γνώση του Θεού. Η βάση της ορθοδόξου γνωσιολογίας είναι η έλλαμψη και αποκάλυψη του Θεού μέσα στην κεκαθαρμένη καρδιά του ανθρώπου.
…Η θεωρία του ακτίστου Φωτός και η γνώση που προέρχεται από αυτή είναι όχι μόνον υπέρ την φύσιν και υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν, αλλά κα υπέρ την αρετήν. Η αρετή και η μίμηση του Θεού μας προετοιμάζει προς την θεία ένωση, αλλά αυτήν την απόρρητη ένωση τελετουργεί η Χάρη. «Αρετή μεν γαρ πάσα και η εφ’ ημίν του Θεού μίμησις προς την θείαν ένωσιν επιτήδειον ποιείται τον κεκτημένον, η δε χάρις αυτήν τελετουργεί την απόρρητον ένωσιν» (σελ. 616).
Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη στην ψυχή. Διότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γνώρισμα του Φωτός εκείνου είναι η εγγινομένη στην ψυχή κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών, των λογισμών ειρήνη και κατάσταση, ανάπαυση και πνευματική χαρά, περιφρόνηση της δόξης των ανθρώπων, ταπείνωση που είναι συνδεδεμένη με απόρρητη αγαλλίαση, μίσος του κόσμου, έρως των ουρανίων, μάλλον δε μόνον του Θεού των ουρανών, θέα του ακτίστου Φωτός έστω κι αν σκεπάση κανείς τα μάτια ή τα εξορύξη (σελ. 634).
Από τα προηγούμενα φαίνεται καθαρά ότι το τέλος της θεραπείας του ανθρώπου είναι η θέα του ακτίστου Φωτός. Επειδή όμως γίνεται λόγος στο κεφάλαιο αυτό περί της θεωρίας νομίζω πως είναι καλό να παρουσιασθή και η διδασκαλία του αγίου ότι υπάρχουν πολλοί βαθμοί θεωρίας. Λέγει ο άγιος ότι της θεωρίας αυτής υπάρχει αρχή και τα μετά την αρχή, που διαφέρουν κατά το αμυδρότερο και το τηλαυγέστερο, δεν υπάρχει όμως τέλος γιατί η πρόοδος αυτής, καθώς επίσης και της εν αποκαλύψει αρπαγής, συνεχίζεται επ’ άπειρον . Γιατί άλλο είναι η έλλαμψη και άλλο η διαρκής θέα του Φωτός και άλλο η θέα των εν τω Φωτί πραγμάτων.
…Επομένως η θεωρία έχει πολλά στάδια και βαθμούς και πολλά προηγούνται για να φθάση κανείς στην θεωρία του ακτίστου Φωτός, που είναι «η καλλονή του μέλλοντος αιώνος», «το βρώμα των επουρανίων». Η μνήμη του θανάτου, που είναι χάρισμα από τον Θεό, η αδιάλειπτη προσευχή, η έμπνευση για να τηρήση κανείς ολοκληρωτικά τις εντολές του Χριστού, η γνώση της πνευματικής μας πτωχείας, δηλαδή η κατανόηση των αμαρτιών και των παθών μας και η ακολουθούσα αυτήν μετάνοια είναι βαθμοί θεωρίας. Όλα αυτά γίνονται με την ενέργεια της θείας Χάριτος. Βέβαια η τελεία θεωρία είναι η θέα του ακτίστου Φωτός, που και αυτή διακρίνεται στην θέα και την διαρκή θέα, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος.
Έτσι η κάθαρση που γίνεται με την Χάρη του Θεού δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάση κανείς στην θεωρία που είναι κοινωνία με τον Θεό, θέωση του ανθρώπου και γνώση του Θεού. Η ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας οδηγεί σ’ αυτό το σημείο. Δεν γίνεται με ανθρώπινα κριτήρια και δεν σκοπεύει να κάνη τον άνθρωπο «καλόν καγαθόν», αλλά να τον θεραπεύση τελείως και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται μακράν της κοινωνίας και ενώσεως με τον Θεό, δεν έχει ακόμη επιτύχει την σωτηρία του. Ο ασκούμενος πνευματικά και θεωρών το άκτιστο Φως λέγεται στην γλώσσα των Πατέρων «θεούμενος». Την έκφραση αυτή την χρησιμοποιεί ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και επαναλαμβάνει, όπως είδαμε προηγουμένως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (σελ. 620).
Η θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς οδηγεί τον άνθρωπο στην θέα του Θεού και τον καθιστά γνώστη της θείας ζωής και αυτή η γνώση είναι σωτηρία του ανθρώπου.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου, Ιεροθέου,

OI ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Οι Χριστιανοί δεν διακρίνονται από τους άλλους ανθρώπους ούτε στη χώρα που ζουν ούτε στη γλώσσα ούτε στις συνήθειες. Διότι ούτε σε πόλεις ιδιαίτερες κατοικούν, ούτε διάλεκτο ξεχωριστή χρησιμοποιούν, ούτε επίσημο βίο ακολουθούν. Και βέβαια η διδασκαλία τους δεν έχει επινοηθεί με σκέψεις και προσπάθειες πολυάσχολων ανθρώπων, ούτε προβάλλουν αυτοί θεωρία ανθρώπινη, όπως μερικοί άλλοι. Κι ενώ κατοικούν σε ελληνικές και ξένες πόλεις, όπως έτυχε ο καθένας, και ακολουθούν τα εγχώρια έθιμα  και στην ενδυμασία και στη διατροφή και γενικά στη ζωή τους, παρουσιάζουν ομολογουμένως θαυμαστή και παράξενη τη στάση ζωής τους. Κατοικούν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, αλλά ως προσωρινοί· μετέχουν σε όλα ως πολίτες, και όλα τα υπομένουν σαν ξένοι· κάθε ξενική γη είναι πατρίδα τους, και κάθε πατρίδα τούς είναι ξένη. Παντρεύονται όπως όλοι, τεκνογονούν, αλλά δεν εγκαταλείπουν τα παιδιά τους. Παραθέτουν τράπεζα κοινή, αλλά όμως όχι πρόστυχη. Περιβάλλονται από σάρκα, αλλά όμως δε ζουν σαρκικά. Ζουν στη γη, αλλά πολιτεύονται στον ουρανό.
Υπακούουν στους θεσπισμένους νόμους, και με τη διαγωγή τους ξεπερνούν τους νόμους. Αγαπούν τους πάντες, και από όλους διώκονται. Περιφρονούνται και καταδικάζονται, θανατώνονται και ξαναζούν. Πτωχεύουν και πλουτίζουν πολλούς. Όλα τα στερούνται και όλα τα έχουν με αφθονία. Ατιμάζονται, και μέσα στις ατιμίες δοξάζονται. Βλασφημούνται και δικαιώνονται. Κακολογούνται, κι αυτοί δίνουν ευλογίες. Υβρίζονται και τιμούν. Κάνουν το καλό και τιμωρούνται ως κακοί. Τιμωρούνται και χαίρονται σαν να τους δίνουν ζωή. Από τους Ιουδαίους πολεμούνται ως αλλόφυλοι και από τους ειδωλολάτρες καταδιώκονται, και αυτοί που τους μισούν δεν ξέρουν να πουν την αιτία της έχθρας .
Και με μια λέξη, ό,τι ακριβώς είναι η ψυχή στο σώμα, αυτό είναι οι Χριστιανοί στον κόσμο. Η ψυχή είναι απλωμένη σε όλα τα μέλη του σώματος, και οι Χριστιανοί στις πόλεις του κόσμου. Κατοικεί βέβαια στο σώμα η ψυχή, όμως δεν προέρχεται απ’ το σώμα· και οι Χριστιανοί κατοικούν στον κόσμο, όμως δεν είναι απ’ τον κόσμο. Αόρατη η ψυχή φυλάγεται μέσα σε σώμα ορατό· και οι Χριστιανοί αναγνωρίζονται μέσα στον κόσμο, όμως η θεοσέβειά τους μένει αόρατη. Μισεί την ψυχή η σάρκα και την πολεμά χωρίς να αδικείται καθόλου απ’ αυτή, επειδή εμποδίζεται να κυλιέται στις απολαύσεις· μισεί και τους Χριστιανούς ο κόσμος χωρίς να αδικείται καθόλου απ’ αυτούς, επειδή αντιτάσσονται στις ηδονές.
Η ψυχή αγαπά τη σάρκα, η οποία την μισεί, και τα μέλη του σώματος· και οι Χριστιανοί αγαπούν εκείνους που τους μισούν. Η ψυχή βρίσκεται κλεισμένη μέσα στο σώμα, αυτή όμως συγκρατεί το σώμα· και οι Χριστιανοί κρατούνται μέσα στον κόσμο σα σε φυλακή, αυτοί όμως συγκρατούν τον κόσμο. Αθάνατη η ψυχή κατοικεί μέσα σε θνητό σκήνωμα· και οι Χριστιανοί κατοικούν προσωρινά μέσα στη φθορά, ενώ περιμένουν την ουράνια αφθαρσία. Όσο ταλαιπωρείται με τη στέρηση των φαγητών και ποτών η ψυχή βελτιώνεται· και οι Χριστιανοί με τις καθημερινές τιμωρίες αυξάνουν περισσότερο. Ο Θεός τούς έβαλε σε τόσο υψηλή θέση, ώστε δεν είναι σωστό αυτοί να παραιτηθούν.

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΑ



Ένας από τους 12 Αποστόλους, ο επονομαζόμενος και Πρωτόκλητος, επειδή πρώτος αυτός, μαζί με τον αδελφό του Πέτρο, κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού. Η μνήμη του γιορτάζεται από τη Χριστιανοσύνη στις 30 Νοεμβρίου.
Ο Ανδρέας καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και ήταν γιος του αλιέα Ιωνά. Ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, όπως και ο αδελφός του Πέτρος, έχοντας ως επίκεντρο των δραστηριοτήτων του τη δυτική όχθη της λίμνης Τιβεριάδας (Γεννησαρέτ). Το όνομά του είναι ελληνικό (Ανδρέας σημαίνει γενναίος, από τη λέξη ανδρεία), σύνηθες μεταξύ των ελληνιζόντων Εβραίων της εποχής εκείνης. Δεν υπάρχει καταγεγραμμένο εβραϊκό ή αραμαϊκό όνομα γι’ αυτόν. Και τα δυο αδέλφια φαίνεται να είχαν πνευματικές ανησυχίες, γι’ αυτό είχαν ενταχθεί στον κύκλο των μαθητών του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Μία ημέρα ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βλέποντας τον Ιησού είπε στον Ανδρέα και τον Πέτρο, που βρίσκονταν κοντά του: «Ίδε ο Αμνός του Θεού». Τα δύο αδέλφια αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον Χριστό, με την πρόθεση να συνομιλήσουν μαζί του και όχι να γίνουν μαθητές του. Αυτό συνέβη αργότερα, μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Προδρόμου, όταν ο Χριστός τους διαμήνυσε «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».
Οι πληροφορίες της Καινής Διαθήκης είναι ελάχιστες για τον Ανδρέα και ανύπαρκτες για το αποστολικό του έργο. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς αναφέρουν ότι ο Απόστολος Ανδρέας κήρυξε τον Χριστιανισμό στη Σκυθία (σημερινή Νότια Ρωσία), την Ήπειρο, τη Θράκη και το Βυζάντιο, όπου ίδρυσε εκκλησία με πρώτο επίσκοπο τον Στάχυ. Συνέχεια αυτής της πρώτης εκκλησίας θεωρείται το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως, που τιμά τον Απόστολο Ανδρέα ως ιδρυτή του και πρώτο επίσκοπο του Βυζαντίου.
Κατόπιν ο Απόστολος Ανδρέας μετέβη μέσω της Θεσσαλίας στην Αχαΐα, όπου ίδρυσε εκκλησία και κατόρθωσε να προσηλυτίσει στον Χριστιανισμό τη Μαξιμίλλα, σύζυγο του ανθύπατου Αιγεάτη, την οποία θεράπευσε από μία ανίατη ασθένεια. Ο Ρωμαίος αξιωματούχος εξοργίστηκε και διέταξε στην σταύρωση του Απόστολου Ανδρέα σε σταυρό σχήματος Χ, που ονομάστηκε από τότε «Σταυρός του Αγίου Ανδρέα».
Το λείψανό του, που ενταφιάστηκε με φροντίδα της Μαξιμίλλας και του τοπικού επισκόπου Στρατοκλή, μεταφέρθηκε το 357 στην Κωνσταντινούπολη και εναποτέθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Σταυροφόρους το 1204, τμήματα του λειψάνου του Απόστολου Ανδρέα μεταφέρθηκαν στο Αμάλφι της Καμπανίας, ενώ το 1461 ο δεσπότης του Μυστρά Θωμάς Παλαιολόγος, προ του Οθωμανικού κινδύνου, ανέθεσε τη φύλαξη της κάρας του Αγίου στον Πάπα Πίο Β', ο οποίος την εναπόθεσε στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1964, η κάρα του Αποστόλου Ανδρέα επιστράφηκε στην Πάτρα, σε μια χειρονομία καλής θελήσεως του Πάπα Παύλου ΣΤ' προς τους Ορθοδόξους. Στις 19 Ιανουαρίου του 1980 επιστράφηκε και ο Σταυρός του Αγίου Ανδρέα. Και τα δύο ιερά κειμήλια φυλάσσονται στο ναό του Αγίου Ανδρέα, που αποτελεί πανελλήνιο προσκύνημα.
Ο Απόστολος Ανδρέας είναι προστάτης Άγιος της Ουκρανίας, της Ρωσίας, της Ρουμανίας, του Μπαρμπέιντος και της Σκωτίας, καθώς και πολιούχος Άγιος της Πάτρας, του Αμάλφι της Ιταλίας, της Λούκα της Μάλτας και της Εσγκέιρα της Πορτογαλίας.
Η σημαία της Σκωτίας φέρει τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα. Μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία, ο χιαστός σταυρός απεικονίζεται και στη σημαία της Μεγάλης Βρετανίας. Η σημαία του πολεμικού ναυτικού της Ρωσίας φέρει τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα, όπως και η σημαία της Συνομοσπονδίας (Νοτίων) στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Απολυτίκιο

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος
και του κορυφαίου αυτάδελφος
τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,
ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι
και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:ΟΙ ΙΔΙΟΤΡΟΠΙΕΣ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ

- Γέροντα, αυτός πού σιχαίνεται, γιατί το παθαίνει;
- Πές μου, εσύ τί σιχαίνεσαι;
- Ολα τά σιχαίνομαι.
-Τότε όλα σ' εσένα θά ερχωνται! Και τά σκουλήκια στά φρούτα ή στά όσπρια και καμμιά
τρίχα στο ψωμί κ.λπ.
- Έτσι γίνεται, Γέροντα!
- Δόξα Σοι ο Θεός! Βλέπεις πόσο σε βοηθάει ο Θεός γιά να τό ξεπεράσης;
- Από τον λογισμό δεν ξεκινάει, Γέροντα, αυτό; Άς ποϋμε ότι βρήκε ή αδελφή μια τρίχα.
Άς τήν βγάλη στην άκρη.
- Αυτό είναι ευλογία! Δώσ' την σ' εμένα, να τήν πάρω έγώ ευλογία!... Άχ! Θυμάμαι, μια
φορά στό Σινά πηγαίναμε κάπου μέ έναν μοναχό και του έδωσα δυό ροδάκινα. Τον βλέπω,
δέν τά τρώει. Ήθελε να πάη να τα πλύνη, γιά νά τά φάη, και τά κρατούσε στα χέρια, μήν τά
βάλη στην τσέπη καί κολλήσουν μικρόβια καί άπό τήν τσέπη! Ό αδελφός του πού είχε οκτώ.
παιδιά μού έλεγε: Περισσότερο σαπούνι ξοδεύει αυτός, γιά νά πλύνη τά χέρια του, παρά ή
γυναίκα μου μέ τά οκτώ παιδιά πού πλένει!. Καί νά δήτε τί έπαθε! Έκεί στό Σινά έδιναν σέ
κάθε καλόγερο καί έναν Βεδουίνο, γιά νά τον έξυπηρετή, νά του πηγαίνη τό φαγητό κ.λπ.
 
Ο Βεδουίνος πού έδωσαν σ' αυτόν ήταν ό πιο βρώμικος άπ' όλους. Κατάμαυρος! Μύριζαν  τα ρούχα του, μύριζε ολόκληρος. Μιά εβδομάδα έπρεπε νά τον βάλης στό μουσκιό, γιά νά
καθαρίση! Τά χέρια του ήταν..., μήν τά ρωτάς! Έπρεπε νά τά ξύσης μέ τήν σπάτουλα! Έν
 τω μεταξύ, όταν έπιανε τό τσανάκι, γιά νά του πάη τό φαγητό, έβαζε τά δυό του δάχτυλα μέσα. Φύγε, φύγε..., του φώναζε εκείνος, μόλις τον έβλεπε. Τελικά αυτός ό μοναχός ούτε δυό
εβδομάδες δέν κάθησε στό Σινά έφυγε.
Θυμάμαι, καί στό Κοινόβιο είχαμε έναν μοναχό πού ως λαϊκός ήταν νωματάρχης. Τον
είχαν βάλει διαβαστή, γιατί ήταν μορφωμένος. Τόσα χρόνια ήταν στό μοναστήρι καί
σιχαινόταν. Ποϋ νά άγγίξη πόμολο! Μέ τό πόδι άνοιγε τήν πόρτα ή σκουντούσε τό μάνταλο μέ τον
αγκώνα καί μετά καθάριζε μέ οινόπνευμα τό μανίκι πού τό ακούμπησε! Ακόμη καί τήν
πόρτα της εκκλησίας μέ το πόδι τήν άνοιγε. Και επέτρεψε ό Θεός, όταν γέρασε, να
σκουληκιάσουν τά πόδια του, ιδίως το ένα με το όποιο άνοιγε τις πόρτες. 'Ήμουν
παρανοσοκόμος, όταν ήρθε γιά πρώτη φορά στο νοσοκομείο της Μονής με δεμένο το πόδι.
Μου είπε ό νοσοκόμος νά το λύσω και εκείνος πήγε νά φέρη κάτι γάζες. Όταν το άνοιξα, τί
νά δω! Πώ, πώ, ήταν γεμάτο σκουλήκια! ¨Πήγαινε στην θάλασσα, του λέω, πλύν' το, νά
φύγουν τά σκουλήκια, και έλα νά κάνουμε αλλαγή. Πού είχε φθάσει! Τί τιμωρία! Έγώ τά
έχασα. Μου λέει ό νοσοκόμος: Κατάλαβες άπό τί είναι αυτό;. Κατάλαβα, του λέω,
επειδή ανοίγει τήν πόρτα με το πόδι!.
- Και σ' αυτήν τήν κατάσταση, Γέροντα, συνέχιζε νά άνοίγη τήν πόρτα με τό πόδι;
- Ναί, μέ τό πόδι! Και είχε γεράσει καλόγερος!
- Δέν τό κατάλαβε;
- Δέν ξέρω. Μετά πήγα στην Μονή Στομίου στην Κόνιτσα. Τί θάνατο είχε ποιος ξέρει! Και
έβλεπες, εκεί στο Κοινόβιο μερικοί νέοι μοναχοί πήγαιναν και έτρωγαν άπό τό περίσσευμα
πού άφηναν στά πιάτα τους τά γεροντάκια, γιά νά πάρουν ευλογία! Μάζευαν τά περισ-
σεύματα των κλασμάτων. Ή άλλοι ασπάζονταν τό πόμολο, γιατί τό ακούμπησαν οι Πατέρες,
και αυτός, όταν προσκυνούσε τις εικόνες, μόλις πού ακουμπούσε τό μουστάκι του στην εικόνα.
Και τό μουστάκι τί θά τραβούσε μετά μέ τό οινόπνευμα!
- Όταν, Γέροντα, κάτι τέτοιο γίνεται σε ιερά πράγματα, δέν είναι άνευλάβεια;
- Μά άπό' κει ξεκινάει κανείς και φθάνει πιο πέρα. Έφθασε στο σημείο νά μήν προσκυνάη,
γιατί φοβόταν μήπως εκείνος πού προσκύνησε πριν άπό αυτόν τήν εικόνα είχε καμμιά
αρρώστια!
- Δηλαδή, γιά νά μή σιχαίνεται κανείς, δέν πρέπει νά δίνη σημασία;
-Τις σαβούρες πού τρώνε οι άνθρωποι δεν τις βλέπουν! Αμα κάνη κανείς τον σταυρό του,
εϊτε φοβία έχει εϊτε νοσοφοβία, βοηθάει μετά ό Χριστός. Εκεί στό Καλύβι πόσοι περνάνε
πού έχουν διάφορες αρρώστιες! Και μερικοί απλοί κάνουν τον σταυρό τους, οι καημένοι,
παίρνουν το κύπελλο πού έχω εκεί και πίνουν νερό. Οι άλλοι πού φοβούνται δεν το
αγγίζουν. Ήρθε πριν από λίγες μέρες κάποιος πού είχε πολύ μεγάλη θέση σε κάποια υπηρεσία.
Τόσο φοβάται ό καημένος τά μικρόβια, πού έχει ασπρίσει τά χέρια του, γιά νά τά καθαρίζη
με τό οινόπνευμα. Ακόμη και τό αυτοκίνητο του τό τρίβει με οινόπνευμα! Τον λυπήθηκα!
Ξέρεις τί είναι νά εχη τέτοια θέση και νά κινήται έτσι; Τοϋ έδωσα λουκούμι, και δεν τό πήρε, επειδή
τό έπιασα. Άλλα και στό κουτί νά ήταν, πάλι δεν θά τό έπαιρνε, γιατί θά σκεφτόταν ότι και
στό κουτί θά τό έβαλε κάποιος άλλος με τά χέρια του. Παίρνω τό λουκούμι, τό τρίβω στά
παπούτσια του και τό τρώω. Τού έκανα κάμποσα τέτοια και τρόμαξα νά τον κάνω νά
έλευθερωθή λίγο από αυτό. Νά, και σήμερα ήρθε εδώ μιά κοπέλα πού είχε νοσοφοβία. Και όταν
μπήκε μέσα δεν πήρε ευχή, γιατί φοβόταν μήν κόλληση μικρόβια, και όταν έφυγε, έπειτα από
τόσα πού της είπα, γιά νά τήν βοηθήσω, πάλι δεν πήρε ευχή. Δεν σου φιλώ τό χέρι, μου λέει,
γιατί φοβάμαι μήν κολλήσω μικρόβια! Τί νά πής; Κάνουν έτσι μαύρη τήν ζωή τους.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Η ΥΠΕΡΒΟΛΗ ΣΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΚΑΙ Η ΛΑΙΜΑΡΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

"Ας αγωνιστούμε λοιπόν με όλη τη δύναμη να αποκτήσουμε, με τη βοήθεια της αρετής της ταπείνωσης, την αρετή της διάκρισης, το οποίο θα μας προφυλάσσει από τις ακρότητες.Όλοι έχουμε ακούσει το ρητό που λέει: "Μεταξύ των δύο άκρων υπάρχει η μέση οδός". Η υπερβολή στη νηστεία και η λαιμαργία έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.
Οι συνεχείς αγρυπνίες δεν είναι λιγότερο καταστροφικές από τη νωθρότητα και τον άμετρο ύπνο. Οι υπερβολικές στερήσεις σίγουρα, εξασθενούν τον άνθρωπο και τον οδηγούν στην κατάσταση εκείνη , όπου λιμνάζουν η αμέλεια και η αθυμία.
Έχω δει πάρα πολλές φορές μοναχούς, οι οποίοι δεν υποχώρησαν στο πάθος της γαστριμαργίας, να καταβάλλονται από την υπερβολική νηστεία. Το πάθος της λαιμαργίας που είχαν νικήσει, πήρε την εκδίκησή του από την εξασθένιση του οργανισμού τους. Άλλοι έπεσαν, γιατί επιδόθηκαν σε άμετρες αγρυπνίες και παρατεταμένα ξενύχτια και έφθασαν στο σημείο να μην μπορούν στο τέλος να κλείσουν μάτι.
Ας κρατήσουμε λοιπόν το μέτρο, με την καθοδήγηση της διάκρισης και σύμφωνα με το λόγο του Αποστόλου: " Με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά" (Β' Κορ. 6,7). 
Ας ψάξουμε να βρούμε τη μέση οδό και να μην ξεστρατίσουμε ποτέ απ' αυτή. Να μην εγκρατευόμαστε περισσότερο από εκείνο που μας παρέδωσαν οι Πατέρες, για να μην πέσουμε, από τη μια άκρη στην άλλη. Δηλαδή, από την ολέθρια χαλαρότητα στην κακή επιθυμία, στη λαιμαργία και στην ακράτεια"Αββά Κασσιανού,

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:ΠΩΣ ΘΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για Πώς θα ζήσουμε πνευματικά τα Χριστούγεννα


«Ο Χριστός με τη μεγάλη Του αγάπη και με την μεγάλη Του αγαλλίαση που σκορπάει στις ψυχές των πιστών με όλες τις άγιες γιορτές Του, μας ανασταίνει αληθινά αφού μας ανεβάζει ψηλά πνευματικά.
Αρκεί να συμμετέχουμε και να έχουμε όρεξη πνευματική να τις πανηγυρίζουμε πνευματικά. τότε τις γλεντάμε πνευματικά και μεθάμε πνευματικά από το παραδεισένιο κρασί που μας φέρνουν οι Άγιοι και μας κερνούν.
Τις γιορτές για να τις ζήσουμε, πρέπει να έχουμε τον νου μας στις άγιες ημέρες και όχι στις δουλειές που έχουμε να κάνουμε για τις άγιες ημέρες. Να σκεφτόμαστε τα γεγονότα της κάθε αγίας ημέρας και να λέμε την ευχή δοξολογώντας τον Θεό. Έτσι θα γιορτάζουμε με πολύ ευλάβεια κάθε γιορτή.
Να μελετάει και να ζει τα θεία γεγονότα συνέχεια. Όταν κανείς μελετάει τα γεγονότα της κάθε γιορτής, φυσιολογικά θα συγκινηθεί και με ιδιαίτερη ευλάβεια θα προσευχηθεί. Έπειτα στις Ακολουθίες ο νους να είναι στα γεγονότα που γιορτάζουμε και με ευλάβεια να παρακολουθούμε τα τροπάρια που ψέλνονται. Όταν ο νους είναι στα θεία νοήματα, ζει τα γεγονότα ο άνθρωπος, και έτσι αλλοιώνεται.
-Γέροντα, μετά την Αγρυπνία των Χριστουγέννων δεν κοιμόμαστε;
 -Χριστούγεννα και να κοιμηθούμε! Η μητέρα μου έλεγε: «Απόψε μόνον οι Εβραίοι κοιμούνται». Βλέπεις, την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός οι άρχοντες κοιμόνταν βαθιά, και οι ποιμένες «αγραυλούσαν». Φύλαγαν τα πρόβατα την νύχτα παίζοντας την φλογέρα. Κατάλαβες; Οι ποιμένες πού αγρυπνούσαν είδαν τον Χριστό.
-Πώς ήταν Γέροντα, το σπήλαιο;
-Ήταν μία σπηλιά μέσα σε έναν βράχο και είχε μία φάτνη, τίποτε άλλο δεν είχε. Εκεί πήγαινε κανένας φτωχός και άφηνε τα ζώα του. Η Παναγία με τον Ιωσήφ, επειδή όλα τα χάνια ήταν γεμάτα και δεν είχαν πού να μείνουν, κατέληξαν σε αυτό το σπήλαιο. Εκεί ήταν το γαϊδουράκι και το βοϊδάκι, που με τα χνώτα τους ζέσταναν τον Χριστό! «Ἔγνω βοῦς τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του κυρίου αὐτοῦ», δεν λέει ο Προφήτης Ησαΐας;
-Σε ένα τροπάριο, Γέροντα, λέει ότι η Υπεραγία Θεοτόκος βλέποντας τον νεογέννητο Χριστό, «χαίρουσα ὁμοῦ καὶ δακρύουσα» ἀναρωτιόταν:… «Ἐπιδώσω σοι μαζόν, τῷ τὰ σύμπαντα τρέφοντι, ἢ υμνήσω σε, ὡς Υἱὸν καὶ Θεόν μου; ποίαν εὕρω ἐπὶ σοί προσηγορίαν;»
-Αυτά είναι τα μυστήρια του Θεού, η πολύ μεγάλη συγκατάβαση του Θεού, την οποία δεν μπορούμε εμείς να συλλάβουμε!
-Γέροντα, πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε το γεγονός της Γεννήσεως, ότι δηλαδή ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου»;
-Για να ζήσουμε αυτά τα θεία γεγονότα, πρέπει ο νους να είναι στα θεία νοήματα. Τότε αλλοιώνεται ὁ άνθρωπος. «Μέγα και παράδοξον θαύμα τετέλεσται σήμερον», ψάλλουμε. Άμα ο νους μας είναι εκεί, στο «παράδοξον», τότε θα ζήσουμε και το μεγάλο μυστήριο της Γεννήσεως του Χριστού.
Εγώ θα εύχομαι η καρδιά σας να γίνη Αγία Φάτνη και το Πανάγιο Βρέφος της Βηθλεέμ να σας δώση όλες τις ευλογίες Του.

Ο ΕΥΛΑΒΕΣΤΑΤΟΣ ΙΕΡΕΑΣ ΚΑΙ Η ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟΥ

Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.
Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι.
Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.
Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.
Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:
– Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!
Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.
Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μούστειλε!”.
Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τόνειρο έσβησε…
Ο ιερέας , όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.
Το βράδυ διηγήθηκε τόνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:
– “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.
Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή:
– “Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…
Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τόφερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο.
Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:
– Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!
Ο άνθρωπος όταν τάκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:
– Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!
Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τόπα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μούστειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του.
 Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του.
Η νύχτα της απιστίας έφυγε…

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ


Ο , θεωρείται ο δημιουργός της του καθημερινού βίου. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζονται θέσεις και συμβουλές του Αγίου Χρυσοστόμου για το σημαντικότερο μέρος του καθημερινού βίου, την .
Ο Θεός προγνωρίζοντας το τι θα επακολουθούσε μετά τη δημιουργία των ανθρώπων τους έπλασε βιολογικά έτοιμους για «γάμου κοινωνίαν». Η δημιουργία αναφέρεται αρχικά μόνο στον Αδάμ. «Του Αδάμ καθεύδοντος, η γυνή κατασκευάζετο».
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι ο Μωυσής δεν χρησιμοποιεί το ρήμα «έπλασεν» όταν μιλά για την Εύα αλλά το «ωκοδόμησεν» θέλοντας να δείξει ότι αυτή έγινε από την ίδια ουσία του Αδάμ, όχι από άλλη, διαφορετική. Η γυναίκα λοιπόν δεν υπολείπεται σε κάτι από τον Αδάμ. Είναι ανθρώπινη ύπαρξη τέλεια αλλά και ισότιμη προς αυτόν. Ο Θεός προγνωρίζοντας την πτώση των πρωτοπλάστων επινοεί τον γάμο και την ανάγκη της αμοιβαίας παρηγοριάς τους.
Πριν από την παρακοή και την έξοδο από την παραδείσια ζωή δεν υπήρχε ο γάμος. Οι πρωτόπλαστοι ζούσαν παρθενική ζωή, μιμούμενοι την ζωή των Αγγέλων. Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος: «Τα της συνουσίας έγιναν μετά την παράβαση• μέχρι τότε ζούσαν ως άγγελοι μέσα στον παράδεισο, χωρίς να φλέγωνται από την σαρκική επιθυμία, ούτε να πολιορκούνται από άλλα πάθη, ούτε να πιέζονται από τις φυσικές ανάγκες, αλλά αφού δημιουργήθηκαν εντελώς άφθαρτοι και αθάνατοι, δεν είχαν ανάγκη ούτε να φορούν ρούχα. Πριν μπει η αμαρτία και η παρακοή ήσαν ντυμένοι με την θεϊκή δόξα, γι’ αυτό και δεν ντρέπονταν αν και ήσαν γυμνοί». Οι πρωτόπλαστοι δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανώτερη αυτή ζωή για τον εαυτό τους. Φάνηκαν ανάξιοι των τόσων μεγάλων αγαθών που τους έδωσε ο Θεός.
Αυτά που προ της πτώσεως ήσαν περιττά, ενδύματα, τέχνες, εργασία, γίνονται αναγκαία λόγω της καταστάσεως της αδυναμίας και ασθενείας των ανθρώπων. Σε αυτή την ασθένεια του ανθρώπου έχει την αιτία ο γάμος, δημιουργός του όμως είναι ο Θεός.
Ποιά είναι η ασθένεια των μεταπτωτικών ανθρώπων; Ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι η ασθένεια είναι έλλειψη αυτάρκειας. Ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα είναι «αυτάρκεις». Είναι και των δύο η φύση «ενδεής» (ανεπαρκής). Άρα δεν είναι πλήρεις. Ο ένας πρέπει να συμπληρώνει τον άλλον. Λέει: «Επειδή η φύση μας από τον Δημιουργό έγινε ανεπαρκής (ενδεής) και δεν είναι αυτάρκης από μόνη της, κανόνισε ο Θεός προς το συμφέρον μας να συμπληρώνεται η ανεπάρκεια αυτή με την ωφέλεια που προκύπτει από την συνάθροιση μας. Γι’ αυτό και δημιουργήθηκε και ο γάμος, ώστε εκείνο που λείπει από τον ένα να συμπληρώνεται από τον άλλο και η ενδεής φύση μας να γίνεται με αυτόν τον τρόπο αυτάρκης και να έχει την δυνατότητα, ενώ έγινε θνητή, να διατηρεί με την διαδοχή για πολύ χρονικό διάστημα την αθανασία». Δηλαδή μέσα στον γάμο ο σύζυγος και η σύζυγος ενώνονται και ολοκληρώνονται ως προσωπικότητες.
Για να μην εξαφανισθεί το ανθρώπινο γένος μετά την είσοδο του θανάτου ο «ευμήχανος» Θεός «συνεχώρησεν δια της συνουσίας αυξηθήναι το γένος». Η γέννηση των παιδιών, η τεκνογονία, είναι πολύ μεγάλη παρηγοριά λόγω της θνητότητος των ανθρώπων. Ο γάμος γίνεται αρχικά μέσον προς τεκνογονία. Για να κτυπήσει το φοβερό πρόσωπο του θανάτου ο Θεός χάρισε «την των παίδων διαδοχήν». Οι πρώτοι άνθρωποι με την απόκτηση τέκνων έβλεπαν την συνέχιση της ζωής τους και παρηγορούνταν για τον θάνατό τους. Η τεκνοποιΐα θεωρείται αρχική αιτία του γάμου. Μετά την ανάσταση του Χριστού με την οποία καταργήθηκε ο θάνατος, ο Χρυσόστομος λέει ότι δεν χρειαζόταν η παρηγοριά της τεκνογονίας. Παρηγοριά τώρα είναι η προσδοκία της προσωπικής αναστάσεως και κληρονομιάς της ουρανίου Βασιλείας του Θεού, που προϋποθέτουν σωφροσύνη και αρετή.
Ο Χρυσόστομος, όπως και όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας, δέχεται ότι η συνουσία έχει την θέση της μόνο μέσα στον γάμο και όχι έξω από αυτόν. Όσοι υποτιμούν (βδελύσσονται) τον γάμο, κατά τον άγιο Ιωάννη, κάνουν έργο «σατανικόν» και «απάνθρωπον», και περιφρονούν το δώρο του Θεού, την ρίζα της δικής μας γενέσεως. Σχολιάζοντας την Γένεσιν, το πρώτο βιβλίο της Π.Δ., αναφέρει ότι η «συνουσία» των συζύγων δεν είναι αρκετή για την γέννηση τέκνων. Είναι απαραίτητη η βοήθεια του Θεού, «η άνωθεν συμμαχία, που κινεί την φύση «προς γονήν». «Την γέννηση των παιδιών δεν την κάνει οπωσδήποτε ο γάμος, αλλά εκείνος ο λόγος του Θεού που λέγει ‘αυξάνεσθε και πληθύνεστε και γεμίστε την γη’. Και το βεβαιώνουν αυτό όσοι σύναψαν βέβαια γάμο αλλά δεν έγιναν πατέρες».
Ο άνθρωπος μετά την πτώση δεν έχασε το θεϊκό δώρο της ελευθερίας να επιλέγει το καλό η το κακό. Η επιθυμία πρέπει να κινείται κατά τον Χρυσόστομο μέσα σε όρια, να έχει μέτρο. Αν βγει από τα όρια τότε παρασύρει στην αμαρτία, ενώ η ίδια δεν είναι αμαρτία. Στην «αμετρία», την υπέρβαση των ορίων, στο αχαλίνωτο της επιθυμίας βρίσκεται και ο λόγος του γάμου. Με τον γάμο ο άνθρωπος μένει μέσα στα όρια και η επιθυμία δεν γίνεται αμαρτία. «Επειδή γαρ εισήλθεν η επιθυμία, εισήλθε και γάμος, την αμετρίαν εκκόπτων και πείθων μια χρήσθαι γυναικί». Έξω από τον γάμο η επιθυμία πραγματοποιούμενη εκδηλώνεται ως πορνεία, μοιχεία η ομοφυλοφιλία.
Εάν μεταξύ των συζύγων δεν υπάρχει σωφροσύνη ο γάμος δεν είναι τίμιος. «Πως τίμιος ο γάμος;» Η απάντηση: «Ότι εν σωφροσύνη, διατηρεί τον πιστόν». Επειδή όμως η «πύρωση της σαρκός», τα σαρκικά πάθη, είναι τόσο δυνατά που γίνονται εμπόδιο στην σωφροσύνη προβάλλει τον γάμο ως φάρμακο κατά της πορνείας. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του που εισάγουν την ασκητική διάσταση μέσα στον γάμο. Ο γάμος δεν έχει γίνει για να ασελγούμε, ούτε να πορνεύουμε, αλλά για να σωφρονούμε. Και συνεχίζει: «Δύο λοιπόν είναι αυτά για τα οποία έχει θεσπισθεί ο γάμος, και για να σωφρονούμε και για να γινόμαστε πατέρες, και από τα δύο αυτά πρώτη είναι η αιτία της σωφροσύνης».
Ο τονισμός φυσικά της σωφροσύνης δεν αποκλείει την τεκνογονία. Η «μίξις» δόθηκε «προς παιδοποιΐαν». Τα τέκνα αποτελούν συνδετικό κρίκο, «γέφυρα» που ενώνει τους συζύγους. Με την αρετή της σωφροσύνης ο γάμος είναι γαλήνιο λιμάνι. Επικρατεί ειρήνη, ευχάριστο περιβάλλον, ομόνοια και αγάπη των συζύγων. Ο γάμος με τις βιοτικές του μέριμνες δεν είναι εμπόδιο στην άσκηση των αρετών. Φέρνει ως παράδειγμα το ζεύγος των αγίων αποστόλων Ακύλα και Πρίσκιλλας, που αν και «εργαστηρίων προειστήκεσαν και τέχνην μετεχειρίζοντο», ήταν δηλ. υπεύθυνοι στο εργαστήριο κατασκευής σκηνών τίποτε δεν τους εμπόδισε να επιδείξουν ακρίβεια στην τήρηση των εντολών του Θεού, όπως οι μοναχοί. Εάν ο γάμος εμπόδιζε την αρετή τότε φταίει ο Θεός που τον εισήγαγε. Τονίζει ο άγιος: «Μη θεωρείτε τον γάμο εμπόδιο για να ευαρεστήσετε τον Θεό… διότι εάν ο γάμος, αγαπητέ, και η ανατροφή των τέκνων θα γινόταν εμπόδιο στο δρόμο της αρετής, δεν θα τον εισήγε στην δική μας ζωή ο Δημιουργός… δεν εμποδίζει σε τίποτε στην χριστιανική μας ζωή εάν θέλουμε να αγωνιστούμε». «Γιατί αν είμαστε άγρυπνοι, εάν νήφωμεν, ούτε ο γάμος, ούτε η ανατροφή, ούτε κάτι άλλο θα μπορέσει να μας εμποδίσει να γίνουμε ευάρεστοι στον Θεό».
Παραδέχεται όμως ότι οι κόποι και οι αγώνες που πρέπει να κάνουν για την σωτηρία τους οι έγγαμοι είναι μεγαλύτεροι από τους κόπους και τους αγώνες των μοναχών. Οι μεγαλύτεροι όμως κόποι θα αμειφθούν με «λαμπρότερους στεφάνους». Αν οι έγγαμοι δεν απορροφηθούν από το κυνήγι των υλικών αγαθών, κάνουν χρήση των αγαθών και όχι κατάχρηση, τότε ο γάμος δεν γίνεται εμπόδιο. Εμπόδιο είναι η προαίρεση του ανθρώπου, ο οποίος κάνει κατάχρηση του γάμου. «Μετά συμμετρίας τω γάμω χρω και πρώτος εν τη βασιλεία έση και πάντων απολαύσεις των αγαθών».
Γάμος, «μυστήριον μέγα»
Ο γάμος χαρακτηρίζεται «μυστήριον μέγα» από τον απόστολο Παύλο. Για πρώτη φορά βρίσκουμε εκτενέστερη ανάλυση από τον Χρυσόστομο του μυστηριακού χαρακτήρα του γάμου. Ο γάμος είναι μυστήριο της Εκκλησίας και προϋποθέτει την παρουσία του Χριστού. Τύπος της Εκκλησίας είναι ο γάμος. Όπως η Εύα προήλθε από την πλευρά του Αδάμ, ενώ κοιμόταν, έτσι και η Εκκλησία προήλθε από τον Χριστό, που ήταν νεκρός πάνω στον σταυρό. Από την λογχισμένη πλευρά του Χριστού βγήκε «αίμα και ύδωρ», από τα οποία έγινε η Εκκλησία. Στο μυστήριο του γάμου είναι παρών ο Χριστός. Πως; Με το «ύδωρ» του βαπτίσματος αναγεννώμεθα και με το «αίμα» του Χριστού δια της Θείας Ευχαριστίας τρεφόμαστε πνευματικά. Επομένως οι σύζυγοι είναι μέλη του σώματος του Χριστού. Από αυτό προκύπτει η εντολή του αποστόλου Παύλου ότι οι άνδρες έχουν υποχρέωση να αγαπούν τις γυναίκες τους «ως τα εαυτών σώματα».
«Και όχι μόνο γι’ αυτό πρέπει να αγαπάμε την γυναίκα μας, επειδή δηλαδή είναι μέλος μας και δημιουργήθηκε από μας», λέει ο άγιος Χρυσόστομος, «αλλά και επειδή ο Θεός όρισε νόμο γι’ αυτό ακριβώς το πράγμα, λέγοντας το εξής• “κάθε άνδρας θα εγκαταλείψει τον πατέρα του και την μητέρα του και θα συνδεθεί στενά με την γυναίκα του, και θα γίνουν οι δυό τους μία σάρκα”. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Παύλος μας διάβασε αυτόν τον νόμο, για να μας παρακινήσει από παντού προς την αγάπη αυτή».
Ο γάμος είναι μυστήριο αγάπης. Μόνο στον ενάρετο γάμο βρίσκεται η αληθινή αγάπη, η γαλήνη, η αληθινή ευτυχία, η οποία συμβαδίζει με την σωφροσύνη. Βλέποντας ο άνδρας τα πνευματικά χαρίσματα της γυναίκας του αυξάνεται η αγάπη και ο πόθος του γι’ αυτήν και δεν παρασύρεται από άλλες γυναίκες.
Ο άγιος Χρυσόστομος θέλει να λειτουργεί ο γάμος σαν λιμάνι, να μη γίνεται αφορμή ναυαγίου. Η αποχή από την σαρκική επαφή να αποφασίζεται και από τα αμφότερα μέρη. Αναφέρει σχετικά ο άγιος: «Διέταξε ο Χριστός με το στόμα του Παύλου να μη στερεί ο ένας τον άλλο, αλλά μερικές γυναίκες με την δήθεν επιθυμία της εγκράτειας απομακρύνθησαν από τους άνδρες τους, χάριν της ευλαβείας, και τους έσπρωξαν στην μοιχεία και σε βάραθρο απωλείας». «Δεν θα στερεί ο ένας τον άλλον χωρίς συμφωνία. Τι σημαίνει αυτό; Δεν θα εγκρατεύεται, λέει ο Παύλος, η γυναίκα αν δεν το θέλει ο άνδρας. Ούτε ο άνδρας αν δεν το θέλει η γυναίκα. Για ποιό λόγο; Γιατί γεννιούνται μεγάλα κακά από αυτή την εγκράτεια• επειδή και μοιχείες και πορνείες και διάλυση οικογενειών από αυτό έγιναν. Γιατί αν έχοντας τις δικές τους γυναίκες πορνεύουν, πολύ περισσότερο αν τους την στερήσεις». Η αδυναμία του ενός από τους συζύγους προκαλεί συνεχείς πειρασμούς, εκνευρισμούς, διαμάχες, συγκρούσεις. Χάνεται έτσι η ηρεμία, η ομόνοια και η ειρηνική συμβίωση• η άσκηση δε που επιδιώκεται είναι άχρηστη γιατί διώχνει την αγάπη. «Ποιό είναι το κέρδος της νηστείας και της εγκράτειας όταν σπάσει η αγάπη; Κανένα».
Ο γάμος είναι ένα μυστήριο• και ως γεγονός ζωής αλλά και ως τελετή στον ιερό ναό. Μετά την τελετή αυτή τα συμπόσια που συνήθως ακολουθούν, ας γίνονται, αλλά να είναι σεμνά, να προκαλούν χαρά και ευχαρίστηση χωρίς να προσβάλλεται η σωφροσύνη. Λέει ο άγιος Χρυσόστομος: «Είναι δυνατόν να κάνομε εύθυμο τον γάμο, με πλούσια τραπέζια, με ρούχα• δεν τα περιορίζω αυτά. Επιτρέπεται να ευφραινόμαστε με ρούχα, επιτρέπεται με τις παρουσίες σεβαστών ανδρών, σεβαστών γυναικών. Τα πάντα όμως πρέπει να γεμίζουν από σωφροσύνη, τα πάντα από σεμνότητα, τα πάντα από κοσμιότητα».
Ο άγιος Χρυσόστομος αντιμετωπίζοντας τα καθημερινά προβλήματα της οικογενείας της εποχής του θεωρεί ότι αυτά οφείλονται στην έλλειψη ορθών κριτηρίων στην εκλογή της η του συζύγου. Απευθύνεται στους γονείς που τότε έπαιζαν ένα σημαντικό ρόλο στην εκλογή και λέει στον πατέρα: «Όταν περιεργάζεσαι και αναζητάς υποψήφιο γαμπρό, να προσεύχεσαι• πες στον Θεό• όποιον θέλεις εσύ στείλε• ανάθεσε σ’ Αυτόν την υπόθεση, και αφού τον τίμησες μ’ αυτή την τιμή θα σε ανταμείψει. Παρακαλείτε πάντοτε τον Θεό να γίνει μεσίτης σ’ όλα τα έργα σας. Γιατί, αν ρυθμίσουμε έτσι τα ζητήματα μας, ούτε διαζύγιο θα υπάρξει ποτέ, ούτε υποψία για μοιχεία, ούτε αφορμή για ζηλοτυπία, ούτε διαμάχες και φιλονικείες, αλλά θα απολαύσουμε πολλή ειρήνη και ομόνοια• και όταν υπάρχει ομόνοια, θα ακολουθήσουν και άλλες αρετές». Αυτή η προσευχή βέβαια μπορεί να γίνεται στις ημέρες μας από κάθε υποψήφιο που επιθυμεί να παντρευτεί.
Προϋποθέσεις για έναν επιτυχημένο γάμο
Επιτυχημένος γάμος είναι αυτός που δεν θέτει σαν βάση επιτυχίας τον πλούτο αλλά την αρετή. Ο άνδρας πρέπει να έχει ευλάβεια ψυχής, καλωσύνη, σύνεση, φόβο Θεού. Λέει ο Χρυσόστομος: «Μια νέα κόρη που είναι συνετή, ελεύθερη και καλλιεργεί την ευσέβεια, αξίζει όσο όλη η οικουμένη». «Πολλοί που είχαν αποκτήσει μεγάλη περιουσία, τα έχασαν όλα, γιατί δεν είχαν μυαλωμένη γυναίκα ικανή να τα διατηρήσει».
Πολλοί θέλουν η γυναίκα τους να είναι όμορφη. Είναι όμως αυτό αρκετό για να επιτύχει ένας γάμος; Τονίζει ο άγιος: «Η ομορφιά του σώματος, όταν δεν συνοδεύεται από την αρετή της ψυχής, θα μπορέσει να σκλαβώσει τον άνδρα για είκοσι και τριάντα μέρες, δεν θα διαρκέσει όμως περισσότερο, αλλά αφού δείξει την κακία της, θα διαλύσει την αγάπη. Οι γυναίκες όμως που λάμπουν εξ αιτίας της ομορφιάς της ψυχής, όσο προχωρεί ο καιρός και φανερώνουν την ευγένεια της ψυχής τους, τόσο περισσότερο ελκύουν τους άνδρες τους».
Ας δούμε όμως τι λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και για τις υποχρεώσεις των συζύγων. Απευθύνει τον λόγο κυρίως στους άνδρες. Ίσως επειδή ο ανδρικός εγωϊσμός δύσκολα δαμάζεται και πολλές φορές συμπεριφέρονται με σκληρότητα. Ο Χρυσόστομος καταδικάζει την εξάσκηση σωματικής βίας και την κακοποίηση της γυναίκας από τον άνδρα, φαινόμενο που όσο και αν σας φαίνεται παράξενο, συμβαίνει και σήμερα. Αντιθέτως απαιτεί από τον άνδρα θυσιαστικό φρόνημα, μεγάλη συγχωρητικότητα και όχι απειλές και εκφοβισμό. Με την επιείκεια και την ημερότητα θα εξασφαλίζεται η βαθιά ειρήνη της οικογενείας και θα απομακρύνεται η δυσαρέσκεια και θα αυξάνεται η αφοσίωση του ενός συζύγου προς τον άλλο. Τονίζει ο Χρυσόστομος: «Δεν υπάρχει τίποτε, τίποτε πολυτιμότερο από το να αγαπιέται κανείς τόσο πολύ από την γυναίκα του και να την αγαπάει».
Ο άγιος Χρυσόστομος αναφέρεται και σε ένα συνεκτικό στοιχείο, θεμέλιο της συζυγίας, την επικοινωνία των συζύγων. Είναι η καθημερινή αλληλεπίδραση των δύο συζύγων. Η επικοινωνία γίνεται με λόγια η χωρίς λόγια. Είναι θετική η αρνητική. Το σπουδαιότερο στοιχείο της επικοινωνίας είναι η συζήτηση. Ετυμολογικά (συν + ζητώ), δηλαδή από κοινού αναζητώ του τι πρέπει να γίνεται στα θέματα που αφορούν την κοινή ζωή και την οικογένεια. Η συζήτηση πρέπει να γίνεται με οικειότητα, αλληλοσεβασμό, σε κλίμα ελευθερίας, ισοτιμίας και αγάπης. Τότε μπορεί να βρεθεί η λύση σε περίπτωση διαφωνίας η σύγκρουσης. «Γιατί τίποτε δεν είναι πικρότερο από την μάχη που γίνεται από τον άνδρα ενάντια στην γυναίκα. Γιατί είναι πικρές, πραγματικά, οι μάχες που γίνονται ανάμεσα σε πρόσωπα που αγαπιούνται, και δείχνουν ότι όταν κανείς διχάζεται με το ίδιο του το μέλος, όπως λέγεται, αυτό πρέπει να προκαλείται από μεγάλη πικρία. Το μέρος, λοιπόν, των ανδρών είναι να αγαπούν και των γυναικών να υποχωρούν. Εάν λοιπόν καθένας συνεισφέρει το δικό του μέρος, όλα θα είναι στερεά. Και η γυναίκα γίνεται φιλική και αγαπιέται».
Η αμοιβαία εκδήλωση στοργής είναι αναγκαίο στοιχείο της συζυγικής αγάπης. Η αγάπη φανερώνεται με την τρυφερότητα, την ευγένεια, το ενδιαφέρον. Η αγάπη εκφράζεται με λόγια. Οι λέξεις είναι η τροφή των συναισθημάτων, ζωντανεύουν την αγάπη. Στα απλά καθημερινά πράγματα βρίσκεται συχνά το μυστικό της ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Δυστυχώς τα ξέχασαν αυτά σήμερα οι σύζυγοι. Ξεχνούν να εκφράσουν την εκτίμηση και τον θαυμασμό τους για τα χαρίσματα, τις ικανότητες, τις προσπάθειες, τις επιτυχίες που κάνει ο καθένας στον τομέα του, ακόμη και ένα κομπλιμέντο για την εμφάνιση και το καθημερινό ντύσιμο, το καλομαγειρεμένο φαγητό. Η γυναίκα ακτινοβολεί, αυξάνει το φιλότιμό της όταν νιώθει ότι την αγαπούν. Το ίδιο συμβαίνει και στους άνδρες. Σ’ αυτούς αυξάνεται η καλή αυτοπεποίθηση. Η αγάπη συντηρείται με την επινόηση τρόπων εκδήλωσεώς της. Η ικανοποίηση των ιδιαιτέρων επιθυμιών και η ανοχή των αδυναμιών του άλλου βοηθούν την συνοχή των συζύγων.
Ο άγιος Χρυσόστομος με τον τονισμό της αγάπης λέει στην ουσία ότι οι σύζυγοι πρέπει να μάθουν να συγχωρούν και να ανέχονται. Ο πιο ώριμος από τους δυό πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. Μέσα στον γάμο δεν έχει σημασία ποιός έκανε ένα λάθος η γιατί το έκανε. Εκείνο που είναι ζητούμενο, είναι ποιός είναι ο πιο γρήγορος τρόπος για να διορθωθεί η κατάσταση. «Να ανεχόμαστε, λέει ο άγιος, ο ένας τον άλλο με αγάπη. Πως είναι δυνατόν να ανέχεσαι αν είσαι οργίλος και κακόγλωσσος; Πες τον τρόπο: Με αγάπη. Αν δεν ανέχεσαι τον πλησίον, πως θα σε ανεχθεί ο Θεός; Αν συ δεν υποφέρεις αυτόν που είναι σύνδουλος σου, πως θα σε ανεχθεί εσένα ο Κύριος»;
Με την αγάπη προλαμβάνεται η αποξένωση των συζύγων και η νέκρωση της σχέσης, που συνήθως έρχεται με την πάροδο του χρόνου, την κόπωση και την αδιαφορία. Τότε μιλούμε για συμβατικό γάμο. Ο άγιος Ιωάννης γνωρίζει ότι ο τρόπος της επικοινωνίας είναι αναγκαίος για να προλαμβάνονται οι συγκρούσεις. Αυτό εξαρτάται από το τι θα πει και το πως θα μιλήσει κάποιος. Στο ερώτημα: «Τι λοιπόν πρέπει να της πω;» δίνει την παρακάτω απάντηση.
Ακούστε με προσοχή τις συμβουλές του:
«Λόγια αγάπης να της λες… Εγώ από όλα, την δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι οδυνηρό, όσο το να βρεθώ σε διάσταση μαζί σου. Κι’ αν όλα χρειαστεί να τα χάσω, κι’ αν στους εσχάτους βρεθώ κινδύνους, ο,τιδήποτε κι’ αν πάθω, όλα μου είναι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά. Και τα παιδιά τότε μου είναι πολύ αγαπητά, εφ’ όσον εσύ με συμπαθείς. Όλα δικά σου είναι. Αυτό με συμβουλεύει ο Παύλος λέγοντας ότι ο άνδρας δεν εξουσιάζει το σώμα του, αλλά η γυναίκα του. Κι αν δεν έχω εγώ εξουσία στο σώμα μου, αλλά εσύ, πόσο μάλλον δικά σου είναι όλα τα άλλα». Και συνεχίζει: «Ποτέ να μη μιλάς με πεζό τρόπο, αλλά με φιλοφροσύνη, με τιμή, με αγάπη πολλή. Να την τιμάς, και δεν θα βρεθεί στην ανάγκη να ζητήσει την τιμή από τους άλλους. Να την προτιμάς από όλους για όλα, για την ομορφιά, για την σύνεση της, και να την επαινείς. Να κάνεις φανερό ότι σε αρέσει η συντροφιά της και ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για να είσαι μαζί της, από το να βγαίνεις στην αγορά. Από όλους τους φίλους να την προτιμάς, και από τα παιδιά που σου χάρισε ακόμα, κι αυτά εξ αιτίας της να τα αγαπάς».
Πόσο καλά επικοινωνείτε; Μιλάτε μεταξύ σας; Μοιράζεστε τις σκέψεις σας; Τι πράξεις κάνετε για την καθημερινή επικοινωνία σας; Αφιερώνετε χρόνο, από αυτό που απόμεινε, για να είστε μαζί και να μιλήσετε ήρεμα; Η μήπως αδιαφορείτε για τα ενδιαφέροντα και τα προβλήματα του άλλου και αφήνετε ανεξέλεγκτη τη γλώσσα σας; Αυτό δεν είναι το συμπέρασμα του παραπάνω κειμένου που ακούσαμε;
[…]
Δυστυχώς σήμερα στον κόσμο κυριαρχεί μία ουμανιστική θεώρηση της ζωής, που έχει ως στόχο την ανθρώπινη ευδαιμονία. Πολλοί διδάσκουν ότι πρέπει να γίνουμε καλοί άνθρωποι και αυτό θα φέρει την ειρήνη και την ευτυχία. Αυτό όμως ουσιαστικά δεν είναι τίποτα. Αν δεν γίνουμε Χαριτωμένοι άνθρωποι, δηλαδή δοχεία της θείας Χάριτος, «εποιήσαμεν ουδέν». Πρέπει να αποστραφούμε τον στείρο και ψυχρό ηθικισμό, που οδηγεί στην τυπολατρεία και να αγωνιστούμε σύμφωνα με τις υποθήκες των Πατέρων της Εκκλησίας μας για την κατάκτηση του αγιασμού, της «υιοθεσίας», που αποτελεί την ύψιστη τιμή για την ανθρώπινη φύση. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί και μέσα στον κόσμο και μέσα στην οικογένεια. Υπεύθυνα γράφουμε ότι γνωρίζουμε ανθρώπους οικογενειάρχες που έχουν Χάρη Θεού που δεν την έχουν μοναχοί, γιατί αγωνίζονται σωστά και ζουν θεάρεστα, με τον τρόπο που υποδείκνυε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στους χριστιανούς της εποχής του.
Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγούμενου Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:"Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΠΑΝΤΑ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ"

10454324_260212647517868_4418623105274630746_n Edited 2 – Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;
– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας• όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.
Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προιστάµενος να πάω ένα γραµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιαµιση ώρα µε τα πόδια.
Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο• µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε.
πηγή : διακόνημα

Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γραµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.
Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι. Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµος να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.
Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα• µε έπιασαν τα κλάµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!

Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΑΜΑΤΑ ΜΟΝΟ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ!


και άσκηση θα πρέπει να νοούνται σαν δύο έννοιες ενός κοινού βιώματος. Δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανική ζωή χωρίς και ορθόδοξη άσκηση εκτός χριστιανικής ζωής.

Ο θεσμός της Εκκλησίας λοιπόν πολύ ορθά και σοφά καλεί όλα τα μέλη της να ασκηθούν, δηλαδή να μπουν στην διαδικασία της εκούσιας στέρησης (όποια κι αν είναι αυτή) ώστε να απαγκιστρωθούν σιγά σιγά από τα επίγεια και να γεμίσουν με έρωτα προς τα ουράνια.
Πολλοί άνθρωποι όμως αντιδρούν σε αυτό το κάλεσμα της Εκκλησίας για άσκηση. Τους ακούγεται παράλογο το να στερείσαι εκουσίως κάποια πράγματα για χάριν της Αγάπης του Χριστού. Ενώ άλλοι χριστιανοί, προσπαθούν μεν να εφαρμόσουν το ασκητικό πνεύμα που προτείνει η Εκκλησία στην ζωή τους, αλλά οι περισσότεροι με μία δυσφορία.
Το θέμα όμως είναι αδελφοί μου ότι η Εκκλησία θεσπίζοντας τις νηστείες, ή μιλώντας για την εγκράτεια της σαρκός , ή την σιωπή, ή τον εκκλησιασμό, κ.τ.λ. βάζει το κατώτερο όριο ενός κανόνος που θα πρέπει να διακατέχει την ζωή μας. Και αυτό θα πρέπει να το καταλάβουμε καλά.
Η Εκκλησία ζητά από εμάς τα λιγότερα που μπορεί να ζητήσει! Π.χ. οι Πατέρες της Εκκλησίας θέσπισαν ως ημέρες νηστείας την Τετάρτη και την Παρασκευή, αυτός λοιπόν ο κανόνας θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι ο ελάχιστος που θα πρέπει να εφαρμόζει στην ζωή του ο χριστιανός, και όχι ο μέγιστος. Διότι βλέπουμε άλλους ανθρώπους, μοναχούς ή και λαϊκούς να νηστεύουν όχι μόνο Τετάρτη και Παρασκευή αλλά και άλλες ημέρες κατόπιν ευλογίας από τον πνευματικό τους πατέρα…γιατί το κάνουν αυτό; Από αγάπη προς τον !
Άλλο παράδειγμα: Ομιλούμε συνεχώς για τον εκκλησιασμό. Και οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι μιλούμε μόνο για τον εκκλησιασμό κατά το πρωινό της Κυριακής. Ο εκκλησιασμός μας την ημέρα της Κυριακής δεν θα πρέπει να θεωρείται το μέγιστο αλλά το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε (διότι καθημερινά μπορεί να μην μπορούμε λόγο δουλειάς). Όντως μπορεί να μην έχουμε την δυνατότητα να λειτουργούμαστε καθημερινά, όμως σίγουρα θα μπορούμε να πάμε σε κάποιον εσπερινό ή παράκληση ή σε κάποια αγρυπνία ή αν δεν μπορούμε να πάμε σε κάποιον ναό μπορούμε να προσευχηθούμε κατ’ ιδίαν στο σπίτι μας.
Που θέλω να καταλήξω: Ότι είναι λάθος να θεωρούμε κατόρθωμα το ότι τηρούμε τα ελάχιστα που μας προτείνει η Εκκλησία. Το ότι τηρούμε αυτά που μας λέγει η Εκκλησία είναι το πρώτο βήμα ώστε να εισέλθουμε στον κόσμο της ασκήσεως, στον κόσμο της ελευθερίας και του Θείου Έρωτος. Από εκεί και πέρα ο κάθε άνθρωπος σύμφωνα με αυτό που νιώθει και μπορεί ασκείται με γνώμονα πάντα την αγάπη και συνοδοιπόρο την μετάνοια και την ταπείνωση.
Τα ασκητικά αγωνίσματα που θεσπίστηκαν από την Εκκλησία μας είναι το ελάχιστο αντίδωρο που μπορούμε να δώσουμε στον Χριστό μας για το δώρο της Αγάπης Του. Γι’ αυτό βλέπουμε οι Όσιοι και οι Όσιες πραγματοποίησαν (για εμάς) ακατανόητες και υπέρ του μέτρου ασκήσεις (νηστείες- αγρυπνίες- προσευχές-ορθοστασίες-ζώντας στο κρύο/στην ζέστη/σε σπηλιές/σε δέντρα/σε στύλους/έγκλειστοι- αλουσία κ.α.).
Πως κατάφεραν λοιπόν να τα κάνουν όλα αυτά και γιατί; Κατάφεραν να ασκηθούν τόσο πολύ όχι επειδή βλέπανε τι ελάχιστο προτείνει ο θεσμός της Εκκλησίας αλλά συνειδητοποίησαν το μέγεθος της Αγάπης του Θεού. Όταν ο άνθρωπος καταλάβει πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη του Θεού και πόσο σημαντικό για τον καθένα προσωπικά είναι αυτό, τότε όλα του φαίνονται λίγα. Ότι και αν κάνει – όσο και αν ασκηθεί – είναι λίγο μπροστά στην Αγάπη Του.  Ότι και αν θυσιάσει σ’ αυτήν την ζωή είναι ελάχιστο μπροστά στην Θυσία Του.  Όσο κι αν αδικηθεί είναι λίγο μπροστά στην Αδικία που υπέστη Εκείνος για εμάς. Γι’ αυτό και η άσκηση των Αγίων ξεπέρασε τους νόμους της πεπτωκυίας φύσεως ή μάλλον ποιο ορθά: Έκανε τους ανθρώπους -τους Αγίους- να ζουν φυσιολογικά τείνοντας συνεχώς προς το Φως και την Αγάπη.
Η άσκηση όταν γίνεται όχι γιατί πρέπει αλλά κινούμενη από αγάπη τότε γίνεται ανάπαυση και όχι δυσφορία. Όταν η άσκηση γίνεται με πνεύμα θυσιαστικό και ταπεινό τότε δεν γίνεται με κατήφεια αλλά με χαρά και δοξολογία.
Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η άσκηση από μόνη της δεν σώζει, εάν δεν συνδυάζεται με ταπείνωση, με μετάνοια και εξομολόγηση, με συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, με υπακοή στον πνευματικό (ή στον γέροντα), με συγχωρετικότητα και αγάπη. Η άσκηση δεν δρα μαγικά πάνω στον άνθρωπο, αλλά είναι το θεμέλιο ώστε να υπάρξει η καλή αλλοίωση του είναι μας. Η άσκηση δεν έχει όρια, δεν πρέπει να μένει στους τύπους και στα εξωτερικά γνωρίσματα.  Η άσκηση είναι για τον καθένα διαφορετική αλλά το ίδιο σημαντική. Γι’ αυτό και η μάνα Εκκλησία θέσπισε κάποια μικρά ασκητικά αγωνίσματα κοινά για όλους, ώστε όλοι οι χριστιανοί να ζουν έστω με την ελάχιστη άσκηση, ώστε να βρίσκονται σε πνευματική εγρήγορση.
Να μου επιτραπεί να πω ότι ο άνθρωπος μπορεί να σταματήσει την άσκηση μόνο όταν αποκτήσει την Χριστομίμητη Αγάπη. Διότι η άσκηση αυτόν τον σκοπό έχει: ο άνθρωπος να καθαρθεί και να γίνει ένα απέραντο δοχείο Αγάπης το οποίο θα μοιράζεται σε όλους δια του Χριστού και δια της μοιρασιάς θα αυξάνεται εν Χριστώ.
Μπορούμε λοιπόν να μην ασκούμαστε πλέον εάν ενωθήκαμε με τον Χριστό, εάν γίναμε κατά χάριν θεάνθρωποι, εάν γίναμε κατά χάριν Άγιοι.  Αλλά ποιος από μας μπορεί να επικαλεστεί κάτι τέτοιο;
Αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Ο ΘΕΟΣ ΠΡΟΝΟΕΙ ΓΙΑ ΟΛΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ελεημοσυνη
Από το βίο του αγίου Ιωάννη του ελεήμονος -Διδακτική ιστορία
~ Άλλοτε πάλι, καθώς ο άγιος πήγαινε στα πατριαρχεία, τον πλησιάζει ένας ευγενής, που είχε καταντήσει σε έσχατη φτώχεια, γιατί κλέφτες του είχαν αρπάξει όλα του τα υπάρχοντα. Πρόσταξε λοιπόν να του δώσουν ελεημοσύνη, για την ξαφνική εκείνη πτώχευση, δεκαπέντε λίτρες χρυσάφι. Ο άνθρωπος όμως που πήρε τη σχετική εντολή – θες από δική του παρακοή, θες από υποκίνηση των υπαλλήλων της Εκκλησίας, επειδή δεν είχαν απομείνει πολλά χρήματα και ο μέγας Ιωάννης δεν φρόντιζε να μαζεύει θησαυρούς -, έδωσε πέντε μόνο λίτρες στο φτωχό.
Καθώς αργότερα ο μακάριος έβγαινε από το πατριαρχείο, μια χήρα γυναίκα, πολύ πλούσια, του έβαλε στο χέρι ένα έγγραφο δωρεάς με το οποίο πρόσφερε στην Εκκλησία πεντακόσιες λίτρες χρυσάφι. Μόλις το πήρε στα χέρια του ο άγιος, πληροφορήθηκε από τη θεία χάρη, που κατοικούσε μέσα του, αυτό που είχε γίνει αντίθετα στην προσταγή του.
Κάλεσε λοιπόν εκείνους που το έκαναν και τους ρώτησε αν έδωσαν στον άνθρωπο τις δεκαπέντε λίτρες χρυσάφι. Επειδή όμως αυτοί ισχυρίζονταν ψέματα ότι τόσες είχαν δώσει, έστειλε ο μακάριος να φωνάξουν το φτωχό. Και μαθαίνοντας από τον ίδιο πως είχε πάρει πέντε μόνο λίτρες χρυσάφι, τους έδειξε το χαρτί της γυναίκας και τους είπε:
–Από σας θα ζητήσει ο Κύριος τις υπόλοιπες χίλιες! Γιατί αν είχατε δώσει στο φτωχό, όπως σας είχα υποδείξει, τις δεκαπέντε λίτρες, η γυναικά θα πρόσφερε στο Θεό χίλιες πεντακόσιες! Και για ν’ αποδειχθεί στην πράξη η απιστία σας, φωνάξτε μου τη φιλόθεη αυτή γυναίκα.
Όταν εκείνη ήρθε, φέρνοντας μάλιστα και το χρυσάφι που είχε υποσχεθεί, τη ρώτησε ο πατριάρχης:
–Πες μου, τόσα χρήματα σκέφτηκες αρχικά να προσφέρεις στο Θεό;
Η γυναίκα κυριεύθηκε από μεγάλο φόβο, γιατί κατάλαβε πως ο άγιος γνώριζε αυτό που έκανε ολομόναχη, και ομολόγησε το μυστικό της.
–Η αλήθεια είναι, δέσποτα, πως είχα γράψει χίλιες πεντακόσιες λίτρες πάνω στο χαρτί που σου έδωσα. Πριν από λίγες μέρες όμως το ξετύλιξα, και διαπίστωσα πως οι χίλιες είχαν σβηστεί μόνες τους, δεν ξέρω πως. Μετά απ’ αυτό, έκρινα πως δεν θα είναι οπωσδήποτε θέλημα Θεού να προσφέρω περισσότερες από πεντακόσιες.
Αυτά τα λόγια που άκουσαν, γέμισαν με πολύ φόβο τις ψυχές των υπαλλήλων της Εκκλησίας, που πρόσπεσαν στα πόδια του πατριάρχη και ζητούσαν να τους συγχωρέσει το αμάρτημα της παρακοής. Όσο για τη φιλόχριστη γυναίκα, αφού ο μακάριος της ευχήθηκε να έχει πολλή την ευλογία του Θεού, την άφησε να φύγει.

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ:ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ



Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο στον κόσμο από το να τον και τον πλησίον σου. Σ`αυτό η ψυχή βρίσκει την ειρήνη και τη χαρά. Η αγάπη του Θεού και η γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος σε κάνουν να ξεχνάς ολοκληρωτικά τη γη. Όταν ο νους είναι αφοσιωμένος στον Θεό, ξεχνά τον κόσμο. Αυτός που γνώρισε την αγάπη του Θεού, αγαπά όλο τον κόσμο.
Μην κρίνεις τους άλλους, διότι συμβαίνει συχνά κάποιος να κατηγορεί κάποιον άλλο χωρίς να τον γνωρίζει, χωρίς να γνωρίζει πώς μπορεί η ψυχή του να είναι όμοια με τους αγγέλους.
Όσο μεγαλύτερη είναι η αγάπη, τόσο πιο μεγάλες είναι οι θλίψεις και τα βάσανα της ψυχής. Όσο πιο ολοκληρωμένη είναι η αγάπη τόσο πιο ολοκληρωμένη είναι και η γνώση του Θεού. Όσο πιο φλογερή είναι η αγάπη, τόσο δυνατότερη είναι η προσευχή. Όσο πιο τέλεια είναι η αγάπη, τόσο αγιότερη είναι η ζωή.

Ο ΕΝΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ


Η που δεν πιστεύει, είναι ανήσυχος, αγχώδης, αδημονούσαν. Η καρδιά που πιστεύει, είναι το αντίθετο: ειρηνική, χαρωπή, στερεά σαν το διαμάντι.
****************
Όταν προσεύχεσαι στον , μην έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεται έξω σου.
Να Του μιλάς μέσα σου, σαν σε ένοικο της καρδιάς σου. Εκεί βρίσκεται ο Θεός για τους αληθινά πιστούς. «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού εστέ και το Πνεύματ του Θεού οικεί εν υμίν;» (Α’ Κορ. Γ’ 16).
****************
Να είσαι ζηλωτής της αγάπης. Όλα θα παρέλθουν, η αγάπη όμως θα μείνη στον αιώνα, όπως και ο Θεός, που είναι Αγάπη.
****************
Λέγε, συνεχώς μέσα στην καρδιά σου: «Ο Χριστός είναι Αγάπη». Έτσι, θα αγαπάς όλους τους ανθρώπους, θυσιάζοντας, χάριν αυτής της Αγάπης, ότι έχεις ακριβό, ακόμα και την ίδια σου τη ζωή.
****************
Είναι πολλές οι σταγόνες της βροχής, αλλά όλες προέρχονται από ένα σύννεφο. Είναι πολλές οι ακτίνες του ηλίου, αλλά όλες προέρχονται από το μεγάλο αυτό άστρο. Είναι πολλά τα φύλλα του δένδρου, αλλά όλα ανήκουν στο δένδρο. Είναι πολλοί οι κόκκοι της άμμου πάνω στη γη, αλλά όλοι προέρχονται από την ίδια αυτή γη.
Έτσι, πολλοί είναι και οι άνθρωποι, αλλά όλοι έλκουν την καταγωγή τους από τον Αδάμ, και πριν απ΄όλα, από τον Θεό.
Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

screen-shot-2014-12-18-at-12-05-38-pm
Πρωτ. θεμιστοκλή Μουρτζανού 
                Ο πλούτος είναι αξιοζήλευτος για τα δεδομένα και τις αξίες του κόσμου, όχι μόνο στην εποχή μας, αλλά και ανέκαθεν. Εξασφαλίζει την άνετη ζωή και κάνει τον κάτοχό του να μην ασχολείται για την επιβίωσή του. Εξασφαλίζει την δυνατότητα κοινωνικών σχέσεων. Της ηδονής. Της αναγνώρισης από τους άλλους. Την παράταση της ζωής, καθώς ο πλούσιος μπορεί να κάνει χρήση της επιστήμης και των επιτευγμάτων της για να αναστείλει επάνω του τη φθορά του χρόνου. Ο πλούσιος νιώθει ένας μικρός θεός. Έχει την αλαζονεία ότι τα χρήματα και τα αγαθά του μπορούν να του εξασφαλίζουν λύσεις για όλα του τα προβλήματα.  Μπορεί να αγοράσει και τα αισθήματα και τις υπηρεσίες των άλλων. Ο πλούσιος είναι το όνειρο των πολλών.
                Δεν είναι συχνό το φαινόμενο ένας πλούσιος να έχει υπαρξιακές ανησυχίες. Να θέλει να έχει σχέση με τον Θεό. Να είναι βέβαιος ότι τα αγαθά του δεν επαρκούν για να δει τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας. Να συνειδητοποιήσει την ματαιότητα των κτημάτων και των χρημάτων, από τη στιγμή που η φθορά και ο θάνατος θα αγγίξουν και τον ίδιο. Να μη νικηθεί από την ευκολία του «φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκωμεν». Να αγαπήσει, εκτός από το να χρησιμοποιήσει. Να νοιαστεί για τους άλλους αληθινά, από την καρδιά του, να πιστέψει ότι ο πλούτος του υπάρχει για να προσφέρει στους μη έχοντας. Συνήθως ο πλούσιος πάσχει από οίηση έναντι των πολλών. Παρασύρεται και από τον ανταγωνισμό που συνοδεύει τον πλούτο. Δεν ανέχεται οι άλλοι πλούσιοι να έχουν περισσότερα από αυτόν και κάνει ό,τι μπορεί ώστε ο δικός του πλούτος να αυξάνει. Διαγκωνισμός εγωισμών. Για όλα αυτά ο πλούσιος δεν είναι πάντοτε αξιοζήλευτος. Αν λησμονήσει, όπως συχνά γίνεται στο σύστημα διασημοτήτων της εποχής μας, ότι είναι άνθρωπος, ότι έχει όρια, τότε η δυστυχία τον περιμένει σ’  αυτή τη ζωή και αν δεν ζήσει την μετάνοια και στην άλλη.   
                Στο Ευαγγέλιο συναντάμε, εκτός από τους πλούσιους προς αποφυγήν, και έναν πλούσιο ο οποίος είναι η εξαίρεση. Ζητά να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Έχει τηρήσει τις εντολές του μωσαϊκού νόμου. Έχει δηλαδή επιλέξει να τηρεί τον λόγο του Θεού, ώστε να μπορεί να διεκδικεί το δικαίωμα στην κοινωνία μαζί Του.  Μέσα του διασώζεται η αίσθηση ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να συμφιλιώσει τον εαυτό του με τον Θεό. Να μη γίνει ο τρόπος ζωής του εμπόδιο στην αιωνιότητα. Όμως δεν είναι σίγουρος. Και ζητά από τον Χριστό την αλήθεια για την πνευματική του κατάσταση. Πώς μπορεί να κληρονομήσει, να προσθέσει στα αγαθά του δηλαδή, την βασιλεία του Θεού. Η απάντηση που λαμβάνει από τον Χριστό θα τον λυπήσει. Ο Κύριος του ζητά να εγκαταλείψει όλα τα αγαθά του. Να τα πουλήσει και να δώσει τα χρήματα στους φτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο λόγος του Χριστού κάνει τον πλούσιο να λυπηθεί. Ήταν τόσα πολλά όσα είχε, ώστε δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτά. Και ο Χριστός θα πει στους μαθητές Του, για να τα ακούσει και ο πλούσιος:  «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού» (Λουκ. 18, 24). «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα».
                Ο πλούσιος είναι εκφραστής του υλιστικού πνεύματος κάθε εποχής. Η συνάντησή του με τον Χριστό δείχνει τρία σημεία, τα οποία καθιστούν πολύ δύσκολη την είσοδο του υλιστή ανθρώπου στη βασιλεία του Θεού.  Είναι η απουσία ορίων και η αίσθηση της παντοδυναμίας, η αδυναμία διάκρισης και αποδοχής της αλήθειας και η ελπίδα στον Θεό για το αδύνατο.  
Ο υλιστής άνθρωπος αισθάνεται παντοδύναμος.  Με γνώμονα τα χρήματα και τα αγαθά του δεν πιστεύει ότι κάτι τον απειλεί. Έτσι πορεύεται στη ζωή χωρίς να φοβάται για κάτι, εκτός από το να χάσει τα αγαθά του. και γι’ αυτό η κύρια φροντίδα του είναι η διατήρηση και η αύξησή τους. Η ελεημοσύνη δεν είναι στις προτεραιότητές του. Δυσκολεύεται να κατανοήσει γιατί δεν τον αγαπούνε, αλλά και δεν τον νοιάζει από ένα σημείο και μετά. Τα αγαθά είναι η προτεραιότητά του. Ακόμη και την σκέψη του θανάτου την μεταφέρει στο απώτερο μέλλον. Η ζωή του όλη είναι στο σήμερα, γιατί έχει ό,τι θέλει.
Ο υλιστής άνθρωπος δυσκολεύεται να διακρίνει και να αποδεχτεί την αλήθεια για το νόημα της ζωής του. Ακόμη κι όταν ενδιαφέρεται για το τι ζητά ο Θεός από αυτόν, ακόμη κι όταν στην ψυχή του έχει κάποια αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι, κατεβάζει τον Θεό στα δικά του μέτρα. Θέλει από Εκείνον αν του επιβεβαιώσει ότι η ζωή του είναι εντάξει. Και γι’  αυτό τηρεί τις εντολές της πίστης, συνήθως επιφανειακά. Δεν είναι όμως σε θέση να αποδεχτεί ότι πίστη σημαίνει ο Θεός να είναι η προτεραιότητα της ζωής και όχι τα αγαθά. Ότι το θέλημα του Θεού είναι πιο πάνω από τις δικές μας πεποιθήσεις.  Από τον τρόπο του  πολιτισμού. Και το θέλημα του Θεού συνίσταται στο δόσιμο του εαυτού μας σ’  Εκείνον. Είναι σκληρή η αλήθεια αυτή για τον υλιστή. Συνεπάγεται τον αναπροσανατολισμό της ζωής του. Την παραίτηση από την παντοδυναμία του και μάλιστα εκούσια. Την έξοδο από το εγώ. Το μοίρασμα των αγαθών. Και την ακολούθηση του Χριστού.  Ο υλιστής όμως δεν μπορεί να δεχτεί αυτόν τον δρόμο. Και λυπάται. 
Ο υλιστής άνθρωπος επειδή ελπίζει στον εαυτό του και στα αγαθά του, δεν μπορεί να ελπίσει στον Θεό. Γι’  αυτόν η ζωή είναι άσπρο-μαύρο. Ο Θεός όμως δίνει ευκαιρίες στον άνθρωπο μέχρι το τέλος της ζωής του και θα συνεχίσει να δίνει και στον υλιστή, για να καταστήσει το αδύνατο δυνατό. Ο υλιστής όμως δυσκολεύεται να ελπίσει. Προτιμά να συνεχίσει τη ζωή του όπως την έχει προσανατολίσει, αφήνοντας τον Θεό στην άκρη. Έτσι το περιθώριο της μετάνοιας σμικρύνεται. Παρόλα αυτά, τίποτε δεν μπορεί να προδικασθεί. Η αγάπη του Θεού είναι τόση, ώστε ο υλιστής θα έχει τις ευκαιρίες του. Μόνο που ο χρόνος κυλά εις βάρος του. Και η εξάρτηση από τα αγαθά, τον τρόπο του κόσμου, το εγώ του στερούν την ευκαιρία τόσο της αλλαγής όσο και της χαράς της νέας ζωής. Της στράτευσης στον δρόμο που ζητά ο Χριστός. Αυτόν της αγάπης, της διακήρυξης του λόγου που οδηγεί στη σωτηρία, του προσανατολισμού στην αιωνιότητα. 
Αυτός είναι ο πολιτισμός μας σήμερα. Έχει μεταφέρει το αίσθημα της παντοδυναμίας όχι μόνο στους πλούσιους, αλλά και στον κάθε άνθρωπο που γοητεύεται από τα υλικά. Κάνει τον άνθρωπο να ξημεροβραδιάζεται στα καταστήματα για να αποκτήσει τα περιττά. Δεν του επιτρέπει να κατανοήσει την μεγάλη αλήθεια:  ότι μόνο η αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο νοηματοδοτεί τη ζωή μας και μας κάνει να νικούμε τον θάνατο.  Ότι η ελπίδα μας έχει όνομα:  είναι η σχέση μας με τον Θεό και η εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Είναι ο δικός του δρόμος μέσα στην Εκκλησία. Και παρότι διαψευδόμαστε από τον υλισμό, επιμένουμε σ’  αυτόν. Για να μένουν τα υπαρξιακά «γιατί;» αναπάντητα. 
Ας αγωνιστούμε για να αντιστρέψουμε την οδό του αδύνατου. Να βρούμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και να πάψουμε να λυπόμαστε για τα όσα υλικά δεν έχουμε. Να προσανατολίσουμε τη ζωή μας σ’  Αυτόν που μπορούμε να ακολουθήσουμε. Και γνωρίζοντας τα όριά μας να βρούμε τελικά την Ελπίδα που μέσα από την μετάνοια και το δόσιμο θα μας κάνει όχι να κληρονομήσουμε, αλλά να δοθούμε στη χαρά της Βασιλείας, η οποία θα μας βοηθήσει να χαρούμε και τα απλά εκείνα της ζωής που δεν μπορούμε να τα εκτιμήσουμε: την ομορφιά του κάθε ανθρώπου, την απλότητα, τη ζεστασιά του δοσίματος, της παραίτησης από ό,τι μας κάνει να χρησιμοποιούμε τους άλλους, όχι όμως και να δενόμαστε αληθινά μαζί τους !

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2016

ΧΩΡΙΣ ΑΓΑΠΗ


Η χωρίς την σε κάνει επιθετικό
Η τιμή χωρίς την αγάπη σε κάνει ψηλομύτη
Το καθήκον χωρίς την αγάπη σε κάνει κακόκεφο
Η ευθύνη χωρίς την αγάπη σε κάνει αδίστακτο
Η δικαιοσύνη χωρίς την αγάπη σε κάνει σκληρό
Η αλήθεια χωρίς την αγάπη σε κάνει κριτικό
Η ανατροφή χωρίς την αγάπη σε κάνει ατίθασο
Η εξυπνάδα χωρίς την αγάπη σε κάνει πονηρό
Η ευγένεια χωρίς την αγάπη σε κάνει υποκριτή
Η χωρίς την αγάπη σε κάνει σχολαστικό
Η γνώση χωρίς την αγάπη σε κάνει τυραννικό
Η περιουσία χωρίς την αγάπη σε κάνει τσιγκούνη
Η πίστη χωρίς την αγάπη σε κάνει φανατικό
Αλίμονο σ’ εκείνους που τσιγκουνεύονται την αγάπη
αυτοί φταίνε, όταν ο κόσμος αυτοδηλητηριάζεται
Τι είδους, λοιπόν, ζωή κάνεις, όταν δεν μπορείς…
Ν’ ΑΓΑΠΗΣΕΙΣ;

ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


Εκτός από τους Πατέρες, υπάρχουν και οι αγίες Μητέρες της Εκκλησίας, που εντάσσονται κυρίως στην τελευταία ομάδα, των διδασκάλων που δεν έγραψαν οι ίδιοι, αλλά ο και τα λόγια τους καταγράφτηκαν και μας μεταφέρθηκαν από άλλους. Τέτοιες μεγάλες διδασκάλισσες της ορθοδοξίας, ανάμεσα σε εκατοντάδες, ήταν:
η αγία μεγαλομάρτυς Αικατερίνα, που, ενώ ήταν ήδη κρατούμενη για την πίστη της, έφερε στο χριστιανισμό 150 ειδωλολάτρες φιλοσόφους και 500 στρατιώτες με το διοικητή τους (όλοι αυτοί εκτελέστηκαν και είναι άγιοι της Εκκλησίας μας),
η αγία Μακρίνα, γιαγιά του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης,
η εγγονή της, αγία Μακρίνα επίσης, η «θεολόγος, διδασκάλισσα και φιλόσοφος» (κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης), που έπεισε τη μητέρα της, την αγία Εμμέλεια, να δώσει ίσα δικαιώματα στις υπηρέτριες και τις δούλες της και τελικά να τις απελευθερώσει,
η αγία Μαρία η Αιγυπτία (πλούσια κοπέλα, που ζούσε ως πόρνη για την ηδονή, όχι για τα χρήματα. Πηγαίνοντας να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα, διέφθειρε πολλους άντρες που ταξίδευαν στο ίδιο πλοίο. Όταν όμως έφτασε εκεί, μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να πλησιάσει τον Τίμιο Σταυρό –τότε έφυγε για τα βάθη της ερήμου, όπου και έζησε μέχρι που την ανακάλυψε από θεϊκό όραμα ο άγιος Ζωσιμάς, ο οποίος την κοινώνησε, και αργότερα, με τη βοήθεια ενός λιονταριού, την έθαψε),
η αγία Μελάνη, που, μαζί με τον άντρα της, σκόρπισε την περιουσία της απελευθερώνοντας αιχμαλώτους και κατέληξε πνευματική μητέρα της γυναικείας μοναστικής αδελφότητας, που είχε ιδρύσει στα Ιεροσόλυμα η πρώτη αγία Μελάνη, η γιαγιά της,
η αγία Ειρήνη του Χρυσοβαλάντου, που υψωνόταν στον αέρα όταν προσευχόταν και λύγιζαν τα κυπαρίσσια,
η αγία Ματρώνα η Χιοπολίτιδα, που έζησε στη Χίο το 15ο αιώνα και τέλεσε αμέτρητα θαύματα και εν ζωή και μετά την κοίμησή της,
οι επίσης μεγάλες ασκήτριες αγίες Συγκλητική, Αναστασία η πρώην πατρικία (έζησε σε μια σπηλιά που τη γνώριζε μόνον ο άγιος Δανιήλ της Σκήτης, τον 6ο αιώνα), Θεοκτίστη της Λέσβου, Σάρρα και Θεοδώρα.
οι μεγάλες αγίες της φιλανθρωπίας Φιλοθέη η Αθηναία (1589) και Ελισάβετ η Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας (1918), που δαπάνησαν όλη τους την περιουσία για την ίδρυση νοσοκομείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και τελικά έδωσαν και το αίμα τους (η πρώτη θανατώθηκε από τους Τούρκους και η δεύτερη από τους κομμουνιστές),