Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ




Μέσα στην ευτυχία μας, στην καθημερινότητά μας ξεχνούμε τον . Όταν όλα μας πάνε καλά ξεχνούμε τις ευεργεσίες Του. Ακόμα και αυτήν την ευτυχία που έχουμε, ξεχνούμε ότι σ’Αυτόν την οφείλουμε. Τον θυμόμαστε ίσως σε κάποιες δύσκολες στιγμές. Τότε ίσως γονατίσουμε.
Πολλές φορές όμως γονατίζουμε και πάλι για να Τον κατηγορήσουμε.
Τον κατηγορούμε ότι μας ξέχασε, ότι δεν ενδιαφέρεται για μας.
Τον θυμόμαστε για να Τον κατακρίνουμε.
Τί φοβερό!
Και αφού Τον κατηγορήσουμε συνεχίζουμε την προσευχή μας, όχι για Τον γνωρίσουμε, όχι για να συναναστραφούμε μαζί Του, όχι για να καταλάβουμε, όχι για να φωτιστούμε, αλλά μόνο για να πάρουμε αυτό το «κάτι» απ’ Αυτόν.
Αυτό το «κάτι» που θεωρούμε ότι μας είναι απαραίτητο.
Αυτό το «κάτι» για το οποίο Τον κατηγορούμε ότι μας το στέρησε!
Τον αναζητούμε μόνο για να Τον χρησιμοποιήσουμε.
Τον θυμόμαστε δυστυχώς μόνο για να μας εκπληρώσει τα αιτήματά μας, για να Τον ελέγξουμε για την αδικία που υποστήκαμε από Αυτό, τον Απαθή και Πανάγαθο Θεό μας.
Και μετά, πάλι Τον ξεχνούμε.
Τον αφήνουμε στο πέλαγος της λήθης μας.
Παίρνουμε αυτό το «κάτι», λέμε ένα στεγνό «ευχαριστώ» και Τον παρατάμε· ή δεν το παίρνουμε και τότε Τον αναθεματίζουμε και Τον ξεγράφουμε μιας και καλή από την ζωή μας.
Δεν αντιλαμβανόμαστε τι κάνουμε.
Δεν καταλαβαίνουμε το λάθος μας.
Δεν συνειδητοποιούμε με Ποιον έχουμε να κάνουμε.
Κι όμως Εκείνος περιμένει.
Περιμένει να συνέλθουμε.
Περιμένει λοιπόν ο Θεός να δει τουλάχιστον μία πρόθεση από μέρους μας.
Λίγο φιλότιμο…
Στέκει ατάραχος και προσμένει.
Μας προσμένει, όχι γιατί μας έχει ανάγκη, αλλά γιατί μας αγαπά.
Είναι αυτό που λέγει ο γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης: «Όταν κάποιος με παρατηρεί με πολλή αγάπη αλλά εγώ κοιτάζω αλλού και δεν έχω καμία κοινωνία μαζί του, αυτός δεν μπορεί να με κάνει μέτοχο της αγάπης του.
Μπορεί μόνο να περιμένει με το χέρι υψωμένο, ώστε, μόλις του ρίξω το βλέμμα μου, αμέσως εκείνος να με προσκαλέσει και να έχω κοινωνία μαζί του.
Αλλά πόσες φορές μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να το υπομείνουμε αυτό;
Το Πνεύμα το Άγιο όμως το κάνει· παραμένει σε αυτή την θέση ίσως και σε όλη την ζωή μας, περιμένοντας κάποτε να ελκύσει τα όμματα της καρδιάς μας».
Aρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΥΡΩΝΟΣ



Τη μνήμη του Αγίου Μύρωνος τιμά σήμερα, 17 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Μύρων μαρτύρησε όταν αυτοκράτωρ ήταν ο Δέκιος, το 250 μ.Χ. Καταγόμενος από πλούσια οικογένεια, θα μπορούσε να ζήσει άνετα, με όλα τα επίγεια αγαθά που θα επιθυμούσε.
Όμως η μεγάλη του αγάπη προς το Χριστό, έκανε το Μύρωνα να χειροτονηθεί Ιερέας. Αφιερώθηκε, λοιπόν, ολοκληρωτικά στο ποιμαντικό του καθήκον και δίδασκε, νουθετούσε και βοηθούσε το κάθε ένα μέλος του ποιμνίου του. Μεριμνούσε καθημερινά για τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά.
Κάποτε, ο έπαρχος Αχαΐας Αντίπατρος πήγε στον τόπο όπου λειτουργούσε ο Μύρων και συνέλαβε πολλούς χριστιανούς. Για να εκβιάσει λοιπόν το Μύρωνα, να αλλαξοπιστήσει, έφερε μπροστά του το ποίμνιο του και του είπε ότι, αν αυτός αρνηθεί το Χριστό, θα τους αφήσει όλους ελεύθερους.
Ο Μύρων μειδίασε και απάντησε: «Αν ήταν για τη σωτηρία των πνευματικών μου παιδιών, πρόθυμα θα έδινα τη ζωή μου. Τώρα όμως δεν πρόκειται γι’ αυτό. Ας δώσουν λοιπόν οι ίδιοι απάντηση».
Τότε όλοι μαζί φώναξαν: «Όχι. Μια ανθρώπινη ψυχή είναι ασύγκριτα πολυτιμότερη από μύρια σώματα και από τον κόσμο όλο. Ποιος λοιπόν από μας θέλει να δεχθεί, ώστε να χάσει την ψυχή του ο πνευματικός μας πατέρας, για να ζήσουν λίγο περισσότερο στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο οι δικές μας σάρκες;».
Ο έπαρχος, εξοργισμένος από την απάντηση, αφού βασάνισε με φρικτό τρόπο το Μύρωνα, τελικά τον αποκεφάλισε.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείον αλάβαστρον, των ιερών αρετών, πιστώς Ιεράτευσας, τη Εκκλησία Χριστού, και χαίρων ενήθλησας, όθεν τη ευωδία, των εν σοι χαρισμάτων, Μύρων Ιερομάρτυς, των παθών το δυσώδες, απέλασαν ανενδότως, εκ των ψυχών ημών.

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΣΥΓΧΩΡΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΩ!




  • Αποτέλεσμα εικόνας για συγχωρεση

    • 1). Όταν εκδικείσαι εξισώνεσαι μέ τόν εχθρό σου, όταν συγχωρείς μοιάζεις μέ τόν Θεό.
      2). Δέν μετρώ πόσες φορές πρέπει νά συγχωρώ τόν αδελφό μου. Θά τόν συγχωρήσω μιά γιά πάντα.
      3). Η συγχώρηση είναι τό άρωμα τής βιολέτας πάνω στό πόδι πού τήν συνθλίβει.
      4). Όταν λείπει από τήν ψυχή τό πνεύμα τής συγχωρητικότητος, ή προσευχή χάνει τό νόημά της.
      5). Όποιος δέν συγχωρεί τούς άλλους, σπάζει τήν γέφυρα από τήν οποία πρέπει νά περάσει ό ίδιος.
      6). Συγχώρα τούς άλλους συχνά, τόν εαυτό σου ποτέ.
      7). Όταν συγχωρούμε τούς άλλους, ανοίγουμε τόν δρόμο νά μάς συγχωρήσει.
      8). Κάθε άνθρωπος πρέπει νά έχει ένα νεκροταφείο. Εκεί μέσα θά θάβει τά σφάλματα καί τίς αδυναμίες τών άλλων.
      9). Όταν συγχωρείς δέν αλλάζεις τό παρελθόν, αλλά σίγουρα αλλάζεις τό μέλλον.
      10). Η ικανοποίηση πού προέρχεται από τήν εκδίκηση, δέν διαρκεί παρά μιά στιγμή, ενώ ή ικανοποίηση πού προέρχεται από τήν συγνώμη είναι αιώνια.
      11). Νά συγχωρείς καί νά ξεχνάς. Όταν θάβεις ένα ψόφιο σκυλί, δέν είναι ανάγκη νά αφήσεις τήν ουρά του έξω από τό χώμα
      12). Εάν ό αναμάρτητος Χριστός συγχωρούσε τούς άλλους, πώς μπορώ εγώ ό αμαρτωλός νά μήν κάνω τό ίδιο;
      13). Συγχωρώ σημαίνει ΑΓΑΠΩ !!!!!

      ΕΓΙΝΕ Η ΘΛΙΨΗ Ο "ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ...



      Τόσα χρόνια παρέα με την θλίψη και τον φόβο, έφτιαξες μια εικόνα εαυτού, που πλέον δεν ξέρεις να ζει χωρίς αυτές. Ναι, λες «θέλω να γίνω καλά, να απαλλαγώ....», μα δεν ξέρεις άλλο τρόπο να ζήσεις. Η θλίψη και εσύ, ο φόβος και εσύ, έχετε γίνει ένα, που δίχως τους δεν υπάρχεις. Δεν γνωρίζεις άλλη ζωή έξω από αυτά τα συναισθήματα. Δεν ξέρεις να ζείς χαλαρά, ήρεμα, γιατί μια ζωή μάχεσαι. Ούτε την χαρά ξέρεις τι να την κάνεις γι αυτό και την σκοτώνεις κάθε που θα έρθει να σε βρει.
      Εάν εξαφανιστούν θα νιώσεις ένα κενό, μια απώλεια, όπως αυτή που νιώθουμε όταν χάνουμε κάτι ή κάποιον πολύ δικό μας. Το ξέρω, οτι τώρα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές λες, «ναι έτσι είναι....» όμως αμέσως το Εγώ σου, ο νους σου, αμύνεται και απαντάει, «μα τι βλακείες λέει αυτός; ....».
      Σώπασε το νου. Αυτός κάθε φορά που επιθυμείς κάτι να αλλάξεις στην ζωή σου, θα βρίσκει δεκάδες λογικοφανείς αιτίες για να μην κάνεις τίποτε. Πόσο όμορφα το έλεγε ο Άγιος Πορφύριος, «όταν θες να αλλάξεις μην το λες ούτε στον εαυτό σου, γιατί το ακούει ο κρυφός αντίθετος εαυτός και σε εμποδίζει...».
      Άκουσε λοιπόν την καρδιά σου, και θα δεις, οτι έχει αλήθεια μέσα. Μάθαμε να ζούμε με την θλίψη και τον φόβο. Αναλάβαμε αυτό τον ρόλο στην ζωή και ανεβήκαμε να παίξουμε το δράμα μας στην σκηνή του κόσμου. Δεν είναι κακό να είσαι «ηθοποιός», αλλά να ξέρει να διακρίνεις, άλλο πράγμα ο ρόλος και άλλο εσύ. Εσύ δεν είσαι ο ρόλος σου, ο φόβος και η θλίψη σου, αλλά κάτι βαθύτερο. Είσαι εικόνα Θεού. Πλάσθηκες για την χαρά που υπάρχει μέσα σου, εκεί που την άφησε ο Θεός και καλείσαι εσύ να την βρεις ....

      ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ


      Τη μνήμη του Αγίου Διομήδους τιμά σήμερα, 16 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Διομήδης γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας και σπούδασε την ιατρική επιστήμη. Η επιστημονική του γνώση δεν τον έκανε υπερήφανο, αλλά διατήρησε την ευσέβεια, στην οποία τον ανέθρεψαν οι γονείς του.
      Και όπως ο Κύριος, ο Ιατρός των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων, «ελάλει αυτοίς περί της βασιλείας του Θεού, και τους χρείαν έχοντας θεραπείας ιάσατο» (Λουκά, θ’ 11) μιλούσε δηλαδή σ’ αυτούς για τη βασιλεία του Θεού και γιάτρευε εκείνους που είχαν ανάγκη θεραπείας, έτσι και ο Διομήδης, μιμούμενος τον Κύριο του και Θεό του, εξασκούσε αφιλοκερδώς και φιλάνθρωπο το ιατρικό του επάγγελμα.
      Συγχρόνως, όμως, με τη θεραπεία των σωμάτων, ο Διομήδης κήρυττε με θέρμη στους ασθενείς και τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου και βοήθησε πολλές ψυχές να οδηγηθούν στο Σωτήρα Χριστό.
      Ο θείος ζήλος έφερε το Διομήδη μέχρι τη Νίκαια της Βιθυνίας. Όπου και εκεί θεράπευε ασθενείς, και την πίστη δίδασκε και καλλιεργούσε. Όταν όμως άρχισε ο διωγμός του Διοκλητιανού κατά των χριστιανών, η θεοκίνητη δραστηριότητα του Διομήδη καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα. Τότε αυτός διέταξε να συλλάβουν το Διομήδη.
      Άλλα πριν συλληφθεί, ο Θεός τον κάλεσε κοντά Του και οι απεσταλμένοι στρατιώτες τον βρήκαν νεκρό. Και όμως, έτσι νεκρό τον αποκεφάλισαν!
      Απολυτίκιο:
      Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
      Των σωμάτων τας νόσους θεραπεύων Διόμηδες, και ψυχών την ρώσιν εν λόγω, αληθείας εβράβευες, την θείαν ειληφώς γαρ δωρεάν, τοις πάσχουσι ποικίλως βοηθείς, και Μαρτύρων ταίς ακτίσι καταυγασθείς, σώζεις τους εκβοώντας σοι, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού πάσιν ιάματα.

      Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

      ΠΑΝΑΓΙΑ: ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ




      Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι για μας τους χριστιανούς ένα αληθινό θεομητορικό πανηγύρι αφιερωμένο στη Μητέρα του Θεού και Μητέρα όλων των χριστιανών.
      Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την Κοίμηση της και την αγία μετάσταση της από τη γη στον ουρανό κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας. Ομολογούμε λοιπόν με πανηγυρικό τρόπο την εν σώματι παρουσία της Παναγίας στον ουρανό πλησίον του Υιού της.
      Αυτό ακριβώς είναι η πηγή της χαράς και η αιτία της σωτηρίας μας. Η πρωτοκαθεδρία της Θεοτόκου στην θριαμβεύουσα Εκκλησία εξασφαλίζει την επίγεια Εκκλησία με τη διαρκή μεσιτεία και μητρόθεη παρουσία της. Για το λόγο αυτό η γιοτή της Κοιμήσεως είναι το επιστέγασμα όλων των θεομητορικών γιορτών, γιατί αποτελεί την επίσημη έναρξη του μεσιτευτικού έργου της Παναγίας υπέρ του κόσμου.
      Πράγματι το βασικό και κύριο έργο της Θεοτόκου εν ουρανοίς είναι η ακατάπαυστη πρεσβεία και παράκληση για τα παιδιά της που άφησε στον κόσμο, Είναι δε τόσο αποτελεσματικό το έργο της, ώστε κατορθώνει να γκρεμίσει το μεσότοιχο της έχθρας και να ενώσει τα επίγεια με τα ουράνια, όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
      Οι χριστιανοί γνωρίζουν το αμετάθετο της μεσιτείας της, γι’ αυτό την αποκαλούν «μεσίτρια», και αυτός ο χαρακτηρισμός δεσπόζει μέσα στις θεομητορικές γιορτές. «Και σε μεσίτρια έχω προς τον φιλάνθρωπο Θεόν, μη μου ελέγξεις τας πράξεις ενώπιων των αγγέλων. Παρακαλώ σε , Παρθένε, βοήθησον μοι εν τάχει».
      Το ίδιο συγκινητική είναι και η προσευχή προς την Παναγία στην ακολουθία του Αποδείπνου. « Η των απελπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων η βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων και πάντων των χριστιανών το καταφύγιον».
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας γεμάτοι από σεβασμό, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για την κραταιά σκέπη της Θεοτόκου, μας διδάσκουν να έχουμε αδιάσειστη πίστη στην μητρική παρουσία της. Ο Η. Μηνιάτης λέγει: «… μίαν μεσιτείαν, έναν λόγο, ένα νεύμα να κάμης προ του Υιόν σου δι’ εμέ, εγώ είμαι σωσμένος. Μαρία όποιος εις σε ελπίζει, αδύνατον είναι να χαθή».
      Η Παναγία λοιπόν είναι το καταφύγιο μας και προσφέρει τα αιώνια αγαθά στον κόσμο. Με τη δική της πρεσβεία οι άνθρωποι και οι άγγελοι δέχονται τη χάρη. Αυτήν την πρεσβεία επιζητούμε και εμείς με μεγαλύτερη επιμονή και ελπίδα την ημέρα αυτή της γιορτής της, γεμίζοντας τις Εκκλησίες και ψάλλοντας με την ψυχή μας το «σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου».

      Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



      Στην Καινή Διαθήκη ο θάνατος ονομάζεται και κοίμησις, τα δε νεκροταφεία «κοιμητήρια». Διά τους πιστούς ο θάνατος είναι ύπνος. Διότι όπως το βράδυ βγάζει κανείς τα ρούχα του και κοιμάται για να ξυπνήση το πρωί με ακμαίες δυνάμεις και να τα ξαναφορέση, έτσι και στο θάνατο. ο άνθρωπος αφήνει το σώμα του, για να το ξαναφέρη σ την Άνάστασι των νεκρών, κατά την Δευτέραν Παρουσίαν του Χρίστου και να ζήση εις εύτυχέστερον κόσμον.
      Σ την γλώσσα της Χριστιανωσύνης και ο θάνατος της Παναγίας ονομάζεται Κοίμησις. Πότε όμως έκοιμήθη η Θεοτόκος; η Παράδοσις και οι γραπτές μαρτυρίες, που σωθήκανε λένε, ότι η Παναγία έζησε ένδεκα χρόνια μετά την Ανάληψι τού Κυρίου.
      Τριών ετών επήγε εις τον Ναόν. Στα δεκαέξη εμνηστεύθη τον Ιωσήφ. Στα 49 ανελήφθη ο Κύριος. Και στο εξηκοστόν έκοιμήθη.
      Έζησε δε πάντα Στα «Ιεροσόλυμα, εκεί που ο Θεάνθρωπος θυσιάσθηκε για τή σωτηρία της άνθρωπότητος και έθριάμβευσε με την ένδοξον Άνάστασίν του…
      Η Παναγία ανέβαινε συχνά στο όρος των Ελαιών, από το όποιον άνελήφθη ο Κύριος. Εκεί με ιερή συγκίνησι προσευχόταν στον Ουράνιο Πατέρα και στον Υιόν της.
      Πάντοτε έφερνε στον νουν της τις μεγάλες εκείνες ώρες τού Ιησού και δάκρυα ευγνωμοσύνης κυλούσανε από τα θεία της μάτια…
      Τρεις ημέρες, προτοϋ κοιμηθή, ειδοποιήθηκε η Παρθένος από Άγγελο του Ουρανού για την κοίμησί της. Λέγεται, ότι ο Άγγελος, πού της έφερε την αγγελία της κοιμήσεως, ήτανε και πάλιν ο Γαβριήλ, ο όποιος άλλοτε της είχε φέρει το μεγάλο μήνυμα τού Ευαγγελισμού και της είχε ε’ιπή το «Χαίρε Κεχαριτωμένη…». ο Ουρανόσταλτος Άγγελος της είπε τώρα να μή ταραχθή, άλλά να δεχθή με εύφροσύνην και το νέο μήνυμα της κοιμήσεως της, διότι την προσμένει η αθάνατη ζωή πλησίον τού Υίοϋ της.
      Καμμία ταραχή και καμμία λύπη δεν ταράζει τότε την καρδιά της Παρθένου. Αλλά αντιθέτως πλημμυρίζει από χαρά και επιθυμία πότε θα βρεθή κοντά στον Χριστόν.
      Προτού, λοιπόν, ανακοίνωση πουθενά τίποτε για το θείο άγγελμα,, ανέβηκε για τελευταία φορά στο όρος των Έλαιών, για να κάνη την προσευχή της. Λένε, ότι στο άνηφόρισμά της τα δε νδρα την ύποδεχτήκανε με χαμηλωμένα τα κλαδιά τους και σκυμμένες τις κορυφές τους. Στο γεγονός αυτό δίδεται η έξήγησις πού λέει, ότι και η άψυχος φύσις με θεία δύναμι έδειξε σεβασμό σ την Αγνή Μητέρα, πού ανάλωσε όλη της την ζωή στο θέλημα τού Θεού.
      Μετά την προσευχή της στο όρος, επέστρεψε και πάλι στα Ιεροσόλυμα, όπου άρχισε να έτοιμάζη τα απαραίτητα, διά τον ενταφιασμό της. Άναψε φώτα και λαμπάδες στο σπίτι της και κάλεσε τις γνωστές φίλες της Χριστιανές, στις όποιες άνεκοίνωσε το μήνυμα της κοιμήσεως της. Εκείνες κλάψανε για το χωρισμό.
      Εκεί, ύστερα από λίγο, συναθροίσθησαν θαυματουργικά οι Απόστολοι εκ περάτων της γης, τούς άρπαξε θείο σύννεφο και τούς έφερε αιθέριους στή Γεθσημανή, στο σπίτι της Θεοτόκου. Στη θέλησι του Παντοδυνάμου Θεού τίποτε το αδύνατον!
      Μαζί με τούς άλλους μαθητές και Αποστόλους τού Χριστού το σύννεφο έφερε στην Άγια Πόλι και τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον Άγιο Ιερόθεο, τον Απόστολο Τιμόθεο και άλλους θεοσόφους Τεράρχες.
      Επειδή, λοιπόν, οί συγκεντρωθέντες άρχισαν να κλαίνε, μόλις μάθανε, ότι πλησιάζει η έκδημία της Θεοτόκου, Εκείνη τούς είπε:
      —Ω φίλοι και μαθηταί του Ιησού και Θεού μου, μή κάνετε πένθος και λύπη την χαρά μου, αλλά ενταφιάστε το σώμα μου, όταν θα έλθη η στιγμή να κοιμηθώ.
      Και σε λίγο να! Φθάνει, λέγουν, εκεί και ο φλογερός κήρυκας του Ευαγγελίου, ο Απόστολος τών Εθνών Παύλος ο όποιος με σεβασμό χαιρετάει την Παρθένο και της πλέκει το εγκώμιο.
      Έπειτα, μέσα σέ μιά ατμόσφαιρα κατανυκτικής σιγής, η Θεοτόκος αποχαιρετάει όλους και παρακαλεί τον Θεό, για την ειρήνη τοϋ κόσμου.
      Παίρνει κατόπιν την νεκρική στάσι στο «νεκροκρέββατο» και η θεία της πνοή, η ολόφωτη και Πάναγνη ψυχή της, πετάει προς τον Ουρανό. Ανηφορίζει στον θρόνο τού Θεοϋ, κοντά στο Υιό της.
      Ύστερα άπ’ αυτό γεμάτοι από θεία και ιερή συγκίνησι οί μαθητές και Απόστολοι τοϋ Χρίστου και πλήθος Χριστιανών κηδέψανε το Άγιο Σώμα της.
      Η κηδεία της ήτανε μιά πομπή κατανυκτική. Οι Απόστολοι κρατούσανε το φέρετρο, ενώ άλλοι προχωρούσανε μπροστά, ψάλλοντες ύμνους. Καί πάνω άπό τις ανθρώπινες φωνές ακουγόταν καί κυριαρχούσε μιά αόρατη Ουράνια ψαλμωδία. «Ητανε οί αρμονικές φωνές τών Αγγέλων καί τών Ασωμάτων Δυνάμεων.
      Οί φθονεροί όμως άρχοντες τών Ιουδαίων, οί πάντοτε εχθροί τού Χρίστου καί της Πανα¬γίας, ώργάνωσαν μερικούς άπό το πλήθος εναντίον της νεκρικής πομπής καί τούς παρεκίνησαν να πετάξουν κάτω στή γη το Αγιο Σκήνος της Παρθένου. Συνέβη όμως τότε ένα θαυμαστό γεγονός:
      Ο Κύριος δε ν ήταν δυνατόν ν’ αφήση το άγιο Σώμα της Μητέρας Του, το «Θεοδόχον Σώμα» να πεταχτή από τούς ασεβείς στο δρόμο. η θεία Δίκη πρόλαβε εκείνους, πού τολμήσανε ν’ ασεβήσουν καί τούς τύφλωσε!
      Ένας δε Εβραίος άπό τον άγριο εκείνο συρφετό, πού με θράσος άρπαξε το φέρετρο, είδε πιό φανερή την θεία τιμωρία. Όχι μονά¬χα τυφλώθηκε, άλλά καί τα ασεβή χέρια του κοπήκανε και μείνανε να νοιώση συντριβή ψυχής, να πιστέψη στο Χριστό και ν’ αναγνώριση την Παναγία, Μητέρα τού Κυρίου.
      Ύστερα άπ’ αυτό θεραπεύτηκε. Λένε μάλιστα, πως εκείνος πήρε από το φόρεμα της Παναγίας ένα μικρό κομμάτι, με το όποιο γιατρεύτηκαν έπειτα καί όλοι όσοι τιμωρήθηκαν με τύφλωσι την ημέρα εκείνη. με το κομμάτι εκείνο τού ιματίου της τούς άγγιξε ο θεραπευθείς στα τυφλωμένα μάτια τους, και όλοι, αφού πίστεψαν, γιατρεύτηκαν.
      Περί Μεταστάσεως
      Ή εκκλησιαστική Παράδοσις ομιλεί καί περί «μεταστάσεως» της Θεοτόκου…
      Μετά τον ενταφιασμό της Παναγίας οί άγιοι Απόστολοι παρέμειναν λίγες μέρες εις το χωρίον Γεθσημανή.
      Έκεί —σύμφωνα με την Παράδοση— ήκουον συνεχώς επί τριήμερον ύμνους και αγγελικός μελωδίας. Όταν έγινε ο ενταφιασμός της Παναγίας ένας έκ των Αποστόλων απου¬σίαζε. Έφθασε στην Γεθσημανή τρεις ήμερες μετά την ταφή της.
      Τότε οι άλλοι Απόστολοι άνοιξαν τον τάφο της Παναγίας για να προσκύνηση και ο απόστολος πού απουσίαζε, το Θεοδόχο Σώμα της.
      Όλοι όμως στο άνοιγμα έμειναν κατάπληκτοι. Ο τάφος ήτανε άδειος! Είχε μονάχα την σινδόνα! η Θεοτόκος είχε μεταστή εκ του τάφου.
      Η Ορθόδοξος Εκκλησία σέβεται την Παράδοσιν της μεταστάσεως της Θεοτόκου και θεωρεί αυ την ως «Μυστικόν Δόγμα», όπως λέγει ο «Αγιος Νικόδημος το όποιον δε ν «δύναται να δημοσιευθή έπ’ Εκκλησίας».
      Αντιθέτως, ο παπισμός την ευσεβή παράδοσιν περί ενσωμάτου μεταστάσεως η αναλήψεως της Θεοτόκου εις τον ούρανόν, την άνήγαγεν πραξικοπηματικώς εις δόγμα, κάνοντας χρήσιν τού αυθαιρέτου παπικοϋ αλάθητου.
      Τό νέον αυτό δόγμα άνεκήρυξεν ο πάπας Πίος ΙΒ’, την Ιην Νοεμβρίου 1950 και το επεκύρωσε εν συνεχεία με παπική βούλλαν, η οποία μεταξύ άλλων ορίζει:
      «Τυγχάνει υπό του Θεού αποκαλυφθέν δόγμα, ότι η Αμίαντος και Αειπάρθενος Θεομήτωρ, μετά την έπί γης ζωήν αυτής, μετέστη έν σώματι και ψυχή εις την ούράνιον δόξαν». Αλλά αυτό είναι άνήκουστον, διότι όπως λέγουν και πολλοί παπικοί, οί πρώτες πληροφορίες περί της μεταστάσεως δε ν προέρχονται άπό την Γραφήν και την Αποστολικήν Παράδοσιν, αλλά άπό τα απόκρυφα του 4ου αιώνος, τα όποια δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ώς σοβαρόν θεμέλιον δόγματος.
      Απαραίτητος προϋπόθεσις του δόγματος είναι να αναφέρεται τοϋτο μόνον εις την Αγίαν Γραφήν, εις την Αποστολικήν Παράδοσιν και εις την Έκκλησιαστικήν δογματικήν Παράδοσιν, η οποία περιέχεται εις την συμφωνίαν τών Ιερών Συνόδων και των θεοφόρων Πατέρων, πράγμα το όποιον δε ν συμβαίνει με το θέμα της Μεταστάσεως. Δι’ αυτό και ή
      Όρθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει το νέον παπικόν δόγμα, την παπικήν αυ την αύθαιρεσίαν…
      «Έν τιμή έστω Μαρία»
      Η Ορθόδοξος Εκκλησία δε χεται την όρθήν άποψιν καί απορρίπτει τις υπερβολές. Ακολουθεί την Αποστολική Παράδοσι καί απαγορεύει την λατρευτική προσκύνησι, η την λατρεία της Θεοτόκου. Στο σημείο αυτό είναι σύμφωνος με την γνώμη τού Άγιου έπιφανίου, ο όποιος λέγει: «Την Μαρίαν μηδείς προσκυνείτω». Δηλαδή να μήν την λατρεύη κανείς σάν Θεά. Διότι η λατρεία ανήκει Μόνον στην Αγία Τριάδα: τον Πατέρα, τον Υίόν καί το Άγιον Πνεύμα. Στην Παναγία επιβάλλεται η τιμητική προσκύνησις. ο Άγιος Έπιφάνιος λέγει: «Έν τιμή εστω Μαρία».
      Τέτοια τιμητική προσκύνησις ανήκει σε όλους τους Άγιους. Ξεχωριστά όμως καί τιμητικώτερα στην Παναγία, η Οποία έγινε Μητέρα του Θεού. Ο Υιός είναι Θεός, η Μητέρα είναι άνθρωπος. Άλλη είναι η δόξα τού Θεού και άλλη η δόξα της Παναγίας.
      Έτσι η Όρθόδοξος Εκκλησία χαράζει τον σωστό δρόμο. Ακολουθεί την Βασιλική όδό. Όχι της λατρευτικής, άλλά της τιμητικής προσκυνήσεως της Παναγίας. δε ν δε χεται την Μαριολατρεία τών Παπικών, άλλά απορρίπτει καί την ακρότητα τών Προτεσταντών.
      Ή Παναγία πρεσβεύει εις τον Υίόν της υπέρ ημών. «Ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Εις μεσίτης μεταξύ Θεού καί ανθρώπων ο Ίησοϋς Χριστός. η Παναγία πρεσβεύει, δε εται στον Υίόν Της Θεόν, για την σωτηρία τών αμαρτωλών. Διότι όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «Πολλά ισχύει δέησις Μη¬τρός προς ευμένειαν Δεσπότου».
      Δι’ αυτό πιο κάτω καί εμείς παραθέτομεν τον Παρακλητικόν Κανόνα, διά να τον έχουν πρόχειρον οί πιστοί καί να τον λέγουν παντού καί πάντοτε.
      Ο τάφος της Παρθένου
      Ή Παναγία έκοιμήθη καί ετάφη Στα Ιεροσόλυμα, στο χωρίον Γεθσημανή. Ο τάφος της Θεομήτορος στην Γεθσημανή σώζεται και ανήκει στους Όρθοδόξους από τους χρόνους της Ελένης. Θεωρείται δε σπουδαία θρησκευτική κληρονομιά για την Όρθοδοξία.
      Οι Παπικοί ένοχλούνται πολύ από το γεγονός αυτό. Για αυτό σκεφθήκανε να το αμφισβητήσουν. Για ν’ αφαιρέσουν μάλιστα κάτι από την δόξα αυτή της Όρθοδοξίας, δημιουργήσανε ένα ψεύτικο θόρυβο και είπανε, ότι η Παναγία έζησε κι’ ετάφη, όχι στα Ιεροσόλυμα, στην Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο!
      Και αυτό το στηρίζουν —άκουσον, άκουσον— στο όνειρο μιάς φραγκοκαλόγρηας, που είδε τον περασμένο αιώνα. Οι δε Τούρκοι το δεχθηκαν αυτό ευχαρίστως χάριν του Τουρισμού τους…
      Τα ψεύτικα όμως αυτά κατασκευάσματα των Παπικών τα διαλύει και τα εξαφανίζει η Ιστορία, η Παράδοσις και η Υμνογραφία. Οι επιδιώξεις τών παπικών και η σύγχυσις πού προσπαθούν να επιτύχουν στο σημείο αυτό αποτυγχάνουν.
      Όπως αναφέρουν οι ιστορικές πηγές, η Παναγία ετάφη στην Γεθσημανή. Σέ κώδικα του 11ου αιώνος μ.Χ., ο οποίος ευρίσκεται σ την βιβλιοθήκη του Βατικανού, υπάρχει κατάλογος τών Ναών, που ίδρυσε η Άγια Ελένη. Μεταξύ δε τών Ναών αυτών αναγράφεται τέταρτος κατά σειράν ο Ναός αυτός: «Εκκλησία εν Γεθσημανή επί του τάφου της Υπεραγίας Θεοτόκου».
      Η αυτοκράτειρα Πουλχερία άνοιξε τον τάφο της Παρθένου και μέρος τών «νεκρικών οθονίων» μετεκομίσθη ευλαβικά και εφυλάχθη στην Κωνσταντινούπολη στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
      Ο σημερινός ναός της Παναγίας Στα Ιεροσόλυμα έχει μήκος 30 μέτρα και πλάτος οκτώ. Ο τάφος είναι λαξευμένος σέ βράχο και βρίσκεται στα δεξιά του εισερχομένου πιστού.
      Τό γεγονός, ότι ο τάφος της Θεομήτορος βρίσκεται σ την Γεθσημενή ενισχύουν και οί αρχαίοι ύμνοι της Εκκλησίας, οι όποιοι γραφήκανε από ευσεβείς και αφανείς υμνογράφους. να τί λέγει ένα τροπάριο για το μέρος της Αναπαύσεως της Ευλογημένης:
      «Χαίρε Γεθσημανή το τέμενος το θείον της μόνης Θεοτόκου, εν ώπερ ανεκλήθη απάντων η Βασίλισσα».
      Κανένας εις το πέρασμα τών αιώνων, έκτος τών Παπικών, δεν σκέφτηκε ν’ αμφισβήτηση τα άγια κι’ αδιάψευστα λόγια της Αειπάρθενου προς τούς Αποστόλους, πού επαναλαμβά¬νουν με ιερή συγκίνηση χιλιάδες κι’ εκατοντάδες χιλιάδων Χριστιανικές φωνές:
      «Απόστολοι εκ περάτων σνναθροισθέντες ενθάδε ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ τω χωρίω κηδευσατέ μου το Σώμα…».
      Ο κορυφαίος υμνογράφος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, σέ Κανόνα, πού ψάλλεται κατά την ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως, ως τόπον κοιμήσεως της Θεοτόκου αναφέρει την Σιών, δηλαδή την Ιερουσαλήμ.
      «Όμολογούμεν την Άγίαν Παρθένον Θεοτόκον»
      Στην ‘Ορθόδοξον Έκκλησίαν η Παναγία είναι: α) ‘Αειπάρθενος καί β) Θεοτόκος. η Παναγία εγέννησε Παρθένος και έμεινε Παρθένος σ’ όλη την επίγειο ζωή της. Γέννησε δε Θεόν και όχι «τον άνθρωπον Χριστόν», όπως υποστηρίζουν βλασφημουντές οι αιρετικοί.
      Στην πρώτη Εκκλησία δε ν φαίνεται μεγάλη τιμή. Διότι η Εκκλησία εφοβείτο μήπως οί πιστοί την εκλάβουν ώς Θεάν, όπως ήσαν συνηθισμένοι άπό την είδωλολατρείαν με τις θεές: Αθηνάν, Αρτέμιδα, Ήραν. Παρ’ όλα αυτά ο σεβασμός στο πρόσωπο της Παναγίας παρεξηγήθη από Χριστιανούς ωρισμένων μερών, όπως της Αραβίας, της Σκυθίας καί της Θράκης και κατάντησε στο τέλος λατρεία της Μαρίας. Αυτό ωνομάσθηκε Μαριολατρεία.
      Έκτος όμως άπό αυτή την έκδήλωσι, εμφανίστηκαν και βλασφημουντές κατά της Αειπαρθένου, οί όποιοι έδίδασκαν, ότι η Μαρία, μετά την γέννησι τού Χριστού, έγέννησε καί άλλα παιδιά με τον Ιωσήφ, αυτοί είναι σήμερα οί Προτεστάνται (Ευαγγελικοί – Μεθοδισταί, Βαπτισταί) κ.λπ. καί περισσότερον οι αντίχριστοι Ίεχωβάδες, όπως γράφομε εις άλλην σελίδα.
      Χαλασμένα μυαλά καί άπύλωτα στόματα προσπαθήσανε να μιάνουν την θεία Κιβωτό, την Παρθένο, καί να την παρουσιάσουν «Χρυστοτόκο» δηλαδή «ανθρωποτόκο». Σκοτεινός νους αυτής της αιρετικής σκέψεως ήτανε ο Νέστορας καί σήμερα οί Πρετεστάνται.
      Γιά τις αιρέσεις αυτές συνήλθε σ την Έφεσο η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. Αυτοκράτορας στο Βυζάντιο τότε ήτανε ο Θεοδόσιος ο Μικρός.
      Η Σύνοδος ως γνωστόν, κατεδίκασε την αίρεσι του Νεστορίου και έξέδωκε τον παρακάτω όρον πίστεως:
      «Όμολογούμεν την Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον, δια τον Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ένανθρωπήσαι και έξ αυτής της συλλήψεως ένώσαι έαυτω τον εξ αυτής ληφθέντα ναόν».
      Η απόφασις των 200 Πατέρων της Συνόδου εκείνης πανηγυρίστηκε από τον λαό της Εφέσου και οί Πατέρες έγιναν άντικείμενον θερμών ζητωκραυγών.
      Η Ορθοδοξία θέλει την Παναγία σε θέσι δόξης. Σύμφωνα με την Ορθόδοξο διδασκαλία η θέσις της Παρθένου «ετέθη ευθύς αμέσως μετά τον Χριστόν». Είναι «η μετά Θεόν Θεός», κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον.
      Απολυτίκιο
      ν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν


      Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

      ΠΑΝΑΓΙΑ:ΤΟ ΕΜΨΥΧΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΡΤΟΦΟΡΙΟΝ

      Από τα παλαιότερα χρόνια ο άνθρωπος έστηνε κι έχτιζε «ιερά», τόπους λατρείας. Στην Παλαιά Διαθήκη, ποιος δε θυμάται τη Σκηνή του Μαρτυρίου, μέσα στην οποία οι Ιουδαίοι φύλαγαν τις πλάκες της Διαθήκης και τη στάμνα με το μάννα, την ουράνια τροφή που τους έστειλε ο Θεός στα χρόνια της περιπλάνησής τους για τη Γη της Επαγγελίας; Ποιος δε θυμάται τον περίφημο Ναό του Σολομώντα, στα Ιεροσόλυμα, ή ποιος δε γνωρίζει πως οι Χριστιανοί, ευθύς εξ αρχής, διαμόρφωναν ή έχτιζαν «Ιερά Τεμένη», μέσα στα οποία λάτρευαν «εν πνεύματι και αληθεία» τον Τριαδικό Θεό μας;
         Κάθε τόπος και περιοχή έχει να παρουσιάσει Ναούς, παρεκκλήσια και εξωκλήσια, όμορφους ή απλούς, μεγάλους ή ταπεινούς. Και η χώρα μας, με τη δική της Ορθόδοξη ταυτότητα και μακραίωνη παράδοση, καυχάται για το πλήθος των Ναών και των εκκλησιών της. Ο κάθε Ναός, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, είναι τόπος προσευχής των πιστών και χώρος συνάντησης των «εν Χριστώ» αδελφών. Είναι όμως και κάτι παραπάνω: Είναι «επίγειος ουρανός, στον οποίον ο Επουράνιος Θεός κατοικεί και περιπατεί» (Άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως). Πώς είναι δυνατόν να «κατοικεί» κάπου συγκεκριμένα ο άσαρκος Θεός, αφού δεν είναι ύπαρξη όμοια με τη δική μας; Κι όμως «πληρεί», γεμίζει, το Ναό - τον κάθε Ορθόδοξο Ναό - ο Τριαδικός Θεός μας, ως «Πνεύμα», όπως το οξυγόνο που υπάρχει παντού. Και σωματικά ακόμα κατοικεί ο Θεός μας μέσα στον κάθε Ορθόδοξο Ναό, συγκεκριμένα πάνω στην Αγία Τράπεζα, μέσα στο επίχρυσο καλαίσθητο πυργίσκο, το Ιερό Αρτοφόριο. Μέσα σ’ αυτό ο Ιερέας φυλάσσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τη Θεία Κοινωνία από τη Μεγάλη Πέμπτη!
           Αρτοφόριο. Σύνθετη λέξη, υλικός χώρος που «μέσα του φέρει τον Άγιον Άρτον». Ένα άψυχο αντικείμενο, ένα ιερό σκεύος. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο, έμψυχο Αρτοφόριο, κι αυτό είναι η Παναγία μας. Αυτή, «η μόνη ακατηγόρητη και καλή απ’ όλες τις γυναίκες του κόσμου, του χθες, του σήμερα και του αύριο», μια ταπεινή και άσημη παιδούλα, κόρη του Ιωακείμ και της γερόντισσας Άννας, επελέγη από τον Ουρανό για να φιλοξενήσει μέσα Της, να φέρει, να σηκώσει και να φυλάξει για εννέα μήνες, τον Πλάστη και Δημιουργό Της, το Λόγο του Θεού! Και κάτι εντυπωσιακότερο: Πρόσφερε στο Θεό Της, αυτό που Εκείνος Της έδωσε, ανθρώπινη σάρκα! Έγινε «η έμψυχος τράπεζα», το ζωντανό τραπέζι, ο υψηλός ο θρόνος του Κυρίου μας, όπως την αποκαλούμε στους Οίκους των Χαιρετισμών. Το Ιερό Αρτοφόριο! Αξιώθηκε ό,τι δεν αξιώθηκε ποτέ γυναίκα κι ούτε θα αξιωθεί. Τη ζήλεψαν γι’ αυτό και Τη δοξολόγησαν και Τη δοξολογούν οι άγγελοι. Κι εμείς οι άνθρωποι: Τη θαυμάσαμε και Τη θαυμάζουμε, Την αγαπήσαμε και Την αγαπάμε, Την υμνήσαμε και Την υμνούμε. Σ’ Αυτήν καταφεύγουμε, και σαν μικρά παιδιά τριβόμαστε στη φούστα Της και Της ζητάμε χίλια δυο αιτήματα και παρακάλια. Κι Αυτή, «ως έχουσα παρρησίαν», μεσιτεύει στο Γιο Της και μας δωρίζει γήινες και παραδεισένιες γλύκες…

           Έχει η πίστη μας μια άλλη ομορφιά, δε μας αφήνει να «χαζεύουμε» με τη διάνοιά μας το Θεό ή να Τον αναπολούμε προσευχόμενοι όρθιοι, γονατιστοί ή οκλαδόν, όπως διάφορα ανατολικά θρησκεύματα. Μας δίνει τη δυνατότητα να Τον μεταλάβουμε, να Τον γευθούμε, να Τον ζήσουμε και κατά συνέπεια να Τον μοιάσουμε, να θεωθούμε! Σε κάθε Θεία Λειτουργία μεταλαμβάνουμε τον ίδιο το Θεό που έφερε στη γαστέρα Της η Θεοτόκος! Τον ίδιο το Θεό που φιλοξενείται σε κάθε Ιερό Αρτοφόριο της Ορθοδοξίας! Κι είναι αυτό μεγαλειώδες και μυστήριο… Έτσι, κάθε φορά που μεταλαμβάνω γίνομαι κι εγώ μια «Παναγία», ένα ιερό αρτοφόριο, αφού φέρω μέσα μου το Θεό!
           Τούτη τη σκέψη την κρατώ στο φτωχικό μυαλό μου. Θαυμάζω κι απορώ. Γλυκαίνομαι και ταυτόχρονα προβληματίζομαι: Κύριε, επέλεξες τη Μαριάμ γιατί το άξιζε, ήταν το κόσμημα της Γης και του Ουρανού, εγώ όμως αξίζω να Σε μεταλάβω; Κι έρχεται γρήγορα η απάντηση απ’ τη συνείδησή μου: Όχι, γιατί είμαι αμαρτωλός και «τα άγια» προσφέρονται μονάχα «στους αγίους». Όμως, ακούω μυστικά τον παρήγορο δικό Σου λόγο, βγαλμένο από τη Βίβλο κι από την Παράδοσή μας: Παιδί μου, ποιος σ’ εμποδίζει να καθαριστείς, αναζητώντάς Με στο Ιερό Εξομολογητήριό μου;

      Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


      ῾Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαί μου τήν ψυχήν· εἰρήνευσον Κόρη τῇ γαλήνῃ, τῇ τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου Πανάμωμε᾽.
      (Μέ ταράζουν οἱ ἐπιθέσεις τῶν παθῶν, γεμίζοντάς μου τήν ψυχή ἀπό πολλή ἀθυμία. Δῶσε μου τήν εἰρήνη, Πανάμωμη Κόρη, μέ τήν γαλήνη πού δίνει ὁ Υἱός καί Θεός σου).

       ᾽Απόλυτα γνώστης τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί ἔμπειρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς δέν ὡραιοποιεῖ τήν χριστιανική ζωή οὔτε ἀποκρύπτει κάτι ἀπό ὅ,τι συμβαίνει μέσα στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ πού ἐκπροσωπεῖ: παλεύει μέ τά πάθη του, τά ὁποῖα νιώθει ὅτι λειτουργοῦν ἐνάντια στήν ὕπαρξή του εἴτε μέ τήν μορφή τῆς φιληδονίας εἴτε τῆς φιλοδοξίας εἴτε τῆς φιλαργυρίας. 

       Καί ναί μέν μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου καί τήν ἐνσωμάτωση στό ἅγιο σῶμα Του διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος τοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα νά μήν ἁμαρτάνει ἀναγκαστικά, δηλαδή νά μήν καθορίζουν τά πάθη τήν πορεία του ἀνεξάρτητα ἀπό τήν θέλησή του, ὅμως στόν κόσμο τοῦτο καί μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου συχνά οἱ ἐπιθέσεις τῶν παθῶν εἶναι ἰσχυρές, καθώς ὑπάρχει πνευματική χαλάρωση καί παραχώρηση ἀπό τόν Κύριο στόν Πονηρό νά ὑποκινεῖ τά πάθη αὐτά πρός μείζονα ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου.

       ῎Ετσι τά πάθη πού ὁδηγοῦν στίς ἁμαρτίες τόν ἄνθρωπο, καί ξεπεράστηκαν καί συνεχίζουν νά ὑφίστανται, προκαλώντας μέ τήν ἐνέργειά τους ἀθυμία στόν ἄνθρωπο, δηλαδή ἀτονία στήν πνευματική ζωή καί ἔλλειψη ὁποιουδήποτε ἐνδιαφέροντος γι᾽ αὐτήν.
       Στήν κρίσιμη αὐτή στιγμή οἱ δρόμοι εἶναι δύοἤ ἀφήνεται ὁ ἄνθρωπος ἔρμαιο αὐτῶν, συνεπῶς γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν του καί ὑποχείριο τῶν δαιμόνων πού κρύβονται πίσω ἀπό αὐτά, ἤ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἡ πιό εὐλογημένη ὥρα γιά πνευματική προκοπή, δεδομένου ὅτι μέ τήν ἀντίδρασή του καί τήν ἐν νήψει ἐπιμονή του στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου γεμίζει ἀπό τήν παρουσία τῆς χάρης Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλοι οἱ νηπτικοί Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας διακηρύσσουν ὅτι τότε ὑφίσταται Πνευματική ζωή, ὅταν ὁ πιστός ἐναντιώνεται πρός τά πάθη τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, ἀγωνιζόμενος νά τά μεταστρέψει καί νά τά κάνει ἔνθεα πάθη, δηλαδή ἀγάπη καί ταπείνωση.

      ᾽Απαιτεῖται ὅμως ἡ βοήθεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽ βεβαίωσε ὁ Κύριος. 
      Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν στρέφεται πρός τόν Κύριο, μέσω ὅμως τῆς Παναγίας Μητέρας Του. Γιατί γνωρίζει τήν δύναμή τῆς μεσιτείας της σ᾽ ᾽Εκεῖνον.
       Καί τί τήν παρακαλεῖ; Νά δώσει ὁ Υἱός καί Θεός της τήν γαλήνη καί τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς ἀπό τόν πόλεμο πού ὑφίσταται ἀπό τά πάθη. 
      ῎Οχι ἁπλῶς νά εἰρηνεύσουν καί νά γαληνέψουν τά πάθη, ἀλλά νά εἰρηνεύσουν μέ τήν γαλήνη πού δίνει ὁ Χριστός. 
      Γιατί κάνουμε τήν διάκριση αὐτή; Διότι ὑπάρχει γαλήνη καί εἰρήνη πού προέρχεται ἀπό τήν ὑποχώρηση τῶν δαιμόνων ἄχρι καιροῦ καί ὑπάρχει καί γαλήνη καί εἰρήνη πού δίνεται ὡς χάρη ἀπό τόν Κύριο στόν γνήσια ἀγωνιζόμενο πιστό. ῾

      Η πρώτη περίπτωση εἶναι ἐξόχως ἐπικίνδυνη, διότι βρίσκεται μέσα σέ σχέδιο τοῦ Πονηροῦ, προκειμένου νά χαλαρώσει πνευματικά ὁ ἄνθρωπος νομίζοντας ὅτι ξέφυγε ἀπό τήν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων. Κι ἐκεῖ πού ἔχει πιστέψει ὅτι εἶναι ἥσυχος νά ὑποστεῖ συντριπτική ἧττα, γιατί τόν βρίσκει ἀνέτοιμο καί κοιμισμένο. 

      Στήν δεύτερη ὅμως περίπτωση, ἔχουμε τήν ἀληθινή ὅπως εἴπαμε γαλήνη καί εἰρήνη, γιατί ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Κυρίου σ᾽ ἐκεῖνον ὅμως τόν πιστό πού βρίσκεται σέ κατάσταση πνευματικῆς ἐγρήγορσης, συνεπῶς μέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου ἐλέγχει τά πάθη του καί ζεῖ τήν χριστιανική ἀπάθεια. 
      Γι᾽ αὐτήν τήν γαλήνη καί εἰρήνη μιλάει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ῾τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν᾽, στήν ὁποία προσβλέπει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί μακάρι ὅλοι μας.
      π.Γεώργιος  Δορμπαράκης

      Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΡΙ

      «Ο Θεός είναι ο Ήλιος της δικαιοσύνης, όπως έχει γραφεί, σκορπώντας σ’ όλους γενικά τις ακτίνες της καλοσύνης του, και η ψυχή γίνεται στο φρόνημα είτε κερί όταν αγαπά τον Θεό ή πηλός όταν αγαπά την ύλη.
      Όπως λοιπόν σύμφωνα με τη φύση του ο πηλός ξεραίνεται από τον ήλιο, ενώ το κερί κατά φύση μαλακώνει, έτσι και ψυχή που αγαπά την ύλη και τον κόσμο ακούοντας τις νουθεσίες του Θεού κι αντιδρώντας με το φρόνημα καθώς ο πηλός σκληραίνει κι όπως ο Φαραώ, σπρώχνει τον εαυτό της στην καταστροφή. 
      Αλλά κάθε ψυχή που αγαπά το Θεό σαν κερί που είναι μαλακώνει και με την εισδοχή των θεϊκών σημείων και τύπων γίνεται πνευματικό κατοικητήριο του Θεού.Όποιος καταφώτισε το νου του με τα θεία νοήματα και συνήθισε την γλώσσα του να δοξολογεί αδιάκοπα τον Δημιουργό με θείους ύμνους και εξαγίασε τις αισθήσεις του με τις αγνές φαντασίες, αυτός στο κατ’ εικόνα θείο καλό, πρόσθεσε το καθ’ ομοίωση αγαθό της γνώμης του.

      Φυλάει κανείς ακηλίδωτη την ψυχή του για το Θεό, αν εξαναγκάσει το πνεύμα του να διανοείται μόνο για το Θεό και τις αρετές του, αν καταστήσει το λόγο του εξηγητή κι ερμηνευτή των ιδίων αρετών, κι αν διδάξει την αίσθησή του να φαντάζεται με ευλάβεια τον ορατό κόσμο κι όλα όσα περιέχει πληροφορώντας την ψυχή του για το μεγαλείο των λόγων που αυτά περικλείουν.

      Ο Θεός, αφού μας ελευθέρωσε από τη σκληρή δουλεία των δαιμόνων που μας εξουσιάζουν, μας χάρισε φιλάνθρωπο ζυγό της θεοσέβειας την ταπεινοφροσύνη· δαμάζει αυτή κάθε διαβολική δύναμη και σ’ όποιους την προτιμήσουν χτίζει κάθε αγαθό και το φυλάει ανάλωτο από τις ραδιουργίες.

      Όποιος πιστεύει φοβάται, κι όποιος φοβάται ταπεινοφρονεί, κι όποιος ταπεινοφρονεί γίνεται πράος κρατώντας μέσα του άπρακτα τα παρά φύση κινήματα του θυμού και της επιθυμίας. Ο πράος φυλάει τις εντολές· όποιος φυλάει τις εντολές γίνεται καθαρός· όποιος γίνει καθαρός φωτίζεται εσωτερικά, κι όποιος φωτιστεί γίνεται άξιος να συγκοιμηθεί με το νυμφίο Λόγο στον κοιτώνα των Μυστηρίων».

      (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)

      ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΜΙΧΑΙΟΥ



      Τη μνήμη του Αγίου Προφήτου Μιχαίου τιμά σήμερα, 14 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο προφήτης Μιχαίας έζησε στην Ιερουσαλήμ το 748 – 696 π.Χ., επί των βασιλέων Ιωάθαμ, Άχαζ και Εζεκίου. Ανήκε στη φυλή του Ιούδα και γεννήθηκε στη Μορασθή, γι’ αυτό και ονομάσθηκε και Μορασθίτης.
      Ο Μιχαίας, σχεδόν σύγχρονος με τον προφήτη Ησαΐα, είναι έκτος από τους μικρούς λεγόμενους προφήτες. Η προφητεία του αποτελείται από επτά κεφάλαια. Στα πρώτα τρία, προαναγγέλλει την καταστροφή της Σαμάρειας.
      Στα επόμενα δύο μιλάει για την έλευση του Μεσσία και στα δύο τελευταία ελέγχει το λαό του Ισραήλ, που για να εξιλεωθεί ζήτα να κάνει διάφορες θυσίες στο Θεό, ενώ ο Μιχαίας του υπενθυμίζει το πραγματικό καθήκον που έχει στο Θεό, με την εξής ερώτηση:
      «Τί Κύριος εκζητεί παρά σου αλλά η του ποιείν κρίμα και αγαπάν έλεον και έτοιμον είναι του πορεύεσθαι μετά Κυρίου Θεού σου;» (Μιχαίας, στ’ 8). Δηλαδή, τι ζητάει από σένα ο Θεός, παρά μόνο να είσαι δίκαιος, ευσπλαγχνικός και πρόθυμος να πορεύεσαι σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου του Θεού σου;
      Μια διαχρονική υπενθύμιση, που ανταποκρίνεται φυσικά και στους ανθρώπους της εποχής μας. Γενικά, το βιβλίο του Μιχαία, που γράφηκε στην εβραϊκή, διακρίνεται για τη γλαφυρότητα και τη σαφήνεια των φράσεων του.
      Να αναφέρουμε επίσης, ότι ο Μιχαίας, λόγω του ότι ήταν σφοδρός ελεγκτής των παρανομιών του Αχαάθ, βασιλιά του Ιούδα, καταδιώκετο απ’ αυτόν και σωζόταν φεύγοντας στα όρη. Αλλά όταν βασίλευσε ο γιος του Αχαάβ Ιωράμ, συνελήφθη απ’ αυτόν, μη ανεχόμενος τους ελέγχους του, κρεμάστηκε και έτσι θανατώθηκε. Το δε σώμα του περισυνέλεξαν οι συγγενείς του και το έθαψαν στη Μορασθή, κοντά στο πολυανδρίο Ενακείμ.
      Απολυτίκιο:
      Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
      Ως ορός περίοπτον, και εμφανές αληθώς, προείδες εν Πνεύματι, την Εκκλησίαν Χριστού, Μιχαία θεόπνευστε, όθεν οι ευρηκότες, εν αύτη σωτηρίαν, βαίνουσιν ως προέφης, εν ταίς τρίβοις Κυρίου, γεραίροντες προφήτα, την πάνσεπτον μνήμην σου.

      Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

      ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ "ΕΓΩ"

      Φεβρουάριος του 1988. Στις Καρυές κάνει αρκετό κρύο. Έχει σημαντικό υψόμετρο. Έχει και υγρασία που δυσκολεύει τα πράγματα. Σήμερα όμως είναι ξερός ο καιρός. Έχει κι ένα αεράκι που αν είσαι καλά ντυμένος το απολαμβάνεις. Είναι απόγευμα. Μόλις έπεσε ο ήλιος πίσω από το βουνό. Προχωρούμε στο μονοπάτι μαζί με τον π. Παΐσιο. Στον δρόμο συναντούμε τον π. Καλλίνικο από τη Σκήτη του Κουτλουμουσίου. Φθάνουμε στο ξύλινο γεφυράκι του. Γύρω μας φουντουκιές γυμνές χωρίς φύλλα. Μόνο κλαδιά.
      «Μπα, ποιός έφερε μανταρίνια;», ρωτά έκπληκτος ο π. Παΐσιος.

      Στο βάθος, σε απόσταση μεγαλύτερη από εξήντα μέτρα, διακρίνεται η πόρτα της αυλής του και κάτι που ροδίζει στη βάση της, ίσως να ‘ναι χρώματος πορτοκαλί. Η απόσταση δεν αφήνει περιθώρια για περισσότερες λεπτομέρειες.
      Σε λίγη ώρα πλησιάζουμε. Πράγματι, βλέπουμε μια μεγάλη σακούλα διαφανή, πορτοκαλί χρώματος, γεμάτη μανταρίνια. Πού τα είδε ο άνθρωπος! Πώς διέκρινε ότι είναι μανταρίνια και όχι πορτοκάλια! Αφού δε και η σακούλα είναι πορτοκαλί, θα μπορούσε να περιείχε και μήλα.
      «Πως μ’ αρέσουν τα μανταρίνια!», λέει με εμφανώς προσποιητή λαιμαργία, ο γέροντας. «Θα κρατήσω για τον εαυτό μου τρία… Καλύτερα, ας τα κάνω πέντε… Μια που βρήκα την ευκαιρία, θα πάρω επτά», λέει με ένα πολύ χαριτωμένο χαμόγελο και σταματά. «Πάρε τα υπόλοιπα, π. Καλλίνικε, και πήγαινε τα απέναντι στον γερο-Ιωσήφ».
      Ο γερο-Ιωσήφ ήταν ένα γεροντάκι στην Κουτλουμουσιανή Σκήτη, 103 ετών, που όμως καθημερινά καλλιεργούσε τον κήπο του.
      Ο π. Καλλίνικος έβαλε σχήμα, ζήτησε ευλογία και έφυγε. Εμείς με τον π. Παΐσιο μπήκαμε στο καλυβάκι του. Καθίσαμε στο ένα κελλί και μου ζήτησε να του διαβάσω κάτι χειρόγραφα κείμενά του.
      Πέρασαν περίπου είκοσι λεπτά και χτυπάει το σίδερο της αυλόπορτας. Κάποιοι ήλθαν για να τον συναντήσουν.
      «Να ανοίξω, γέροντα;», ρωτώ.
      «Άσε καλύτερα. Αν είναι περίεργοι θα φύγουν. Αν είναι πονεμένοι ή διψασμένοι θα επιμείνουν».
      Συνεχίζουμε την ανάγνωση. Σε λίγα λεπτά ξαναχτυπάει το σίδερο.
      «Τί κάνουμε τώρα, γέροντα;». ξαναρωτώ.
      Στο παράθυρο του, αντί κουρτίνας κρεμόταν ένα κομμάτι από σεντόνι.
      «Κοίτα λοξά, να μην σε δουν και δες πόσοι είναι», μου λέγει.
      «Δεν μπορώ να τους μετρήσω, δεν φαίνονται», απαντώ.
      «Καλά, δεν ξέρεις ούτε αριθμητική; Τί έκανες τόσα χρόνια στην Αμερική; Ας περιμένουμε, αυτοί θα ξαναχτυπήσουν».
      Πράγματι, σε λίγα λεπτά, χτυπούν για τρίτη φορά.
      «Τώρα θα προσπαθήσω εγώ να τους μετρήσω. Μπορεί να μην τελείωσα το Δημοτικό, αλλά θα τα καταφέρω», μου λέγει.
      Σηκώνεται και ανοίγει την πόρτα της καλύβας.
      «Τί πάθατε παλικάρια, τέτοια ώρα; Τί ήλθατε να κάνετε;».
      «Πάτερ, θέλουμε λίγο να σας δούμε. Γίνεται;».
      «Να με δείτε γίνεται. Αλλά τί θα βρούμε να σας κεράσουμε. Πόσοι είστε; Για να σας μετρήσω ένας, δύο… επτά. Για να δω τί θα βρούμε στο μαγαζί, τέτοια ώρα».
      Μπαίνει μέσα και επιστρέφει με τα επτά μανταρίνια.
      Τί φοβερός άνθρωπος, σκέπτομαι έκπληκτος από μέσα. Πού το ήξερε και κράτησε τα μανταρίνια ! Το προγνώριζε; Τον φώτισε ο Θεός χωρίς αυτός να το συνειδητοποιεί;
      «Από πού έρχεσθε, παλικάρια;», ρωτάει με ενδιαφέρον.
      «Είμαστε από την Αθήνα. Και ο Βruce με τον John από την Αμερική».
      «Από την Αμερική; Μα αν τους κεράσουμε ένα μανταρίνι, αυτοί θα μας ρεζιλέψουν σε όλο τον κόσμο. Για να βρούμε κάτι Αμερικάνικο στο… supermarket».
      Ξαναμπαίνει μέσα και επιστρέφει με ένα πακέτο αμερικάνικα μπισκότα και ένα κουτί ξηρούς καρπούς διαφόρων ειδών Ρlanters, της πιο φημισμένης δηλαδή μάρκας στην Αμερική. Έκπληκτοι αυτοί εκφράζουν τον θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό τους.
      «Πάτερ, τί συμβολίζει το τάλαντο που χτυπούν στα μοναστήρια;», ρωτάει δειλά ο ένας.
      «Δεν ξέρω τί συμβολίζει. Ούτε και έχει καμιά σημασία. Αυτό που έχει άξια δεν είναι να χτυπάει κάνεις το τάλαντο του μοναστηρίου, αλλά να πολλαπλασιάζει το τάλαντο του Θεού. Ακούστε, παιδιά! Επειδή η ώρα πέρασε, πρέπει να πηγαίνετε. Ένα μόνο να πω: το πρόβλημα με τους Αμερικάνους είναι ότι στα Αγγλικά το “εγώ” γράφεται πάντοτε με κεφαλαίο, ενώ εμείς στην Ελλάδα το γράφουμε πότε-πότε και με μικρό».
      Γέλασαν με τη χαριτωμένη παρατήρηση και ρωτούν οι Αμερικάνοι:
      «Αυτό τί σημαίνει; Εμείς τί πρέπει να κάνουμε ;».
      «Να διαγράψετε το “εγώ” από το λεξιλόγιο σας, παιδιά. Ο εγωισμός είναι ο μεγάλος μας εχθρός. Αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε όλοι ανεξαιρέτως»
      Η αγιότητα έχει μια ευγένεια, μια λεπτότητα, μια χάρη πάνω της. Δεν είπε σοφίες ούτε θεολογίες ούτε έκανε εντυπωσιακές αποκαλύψεις. Γέμισε όμως όλων την καρδιά. Προνόησε διακριτικά, κάλυψε το χάρισμά του, ευγενικά κέρασε τους επισκέπτες του, όμορφα πρωτοτύπησε με τον τρόπο του, οικοδόμησε με τον λόγο του,
      ανέπαυσε με την παρουσία του. Χωρίς να προσπαθεί να πείσει για κάτι κανέναν, πείθει για τα πιο μεγάλα όλους. Δίπλα του φωτίζεσαι, χαίρεσαι, αναπαύεσαι. Αισθάνεσαι σαν τη Μαρία «παρά τους πόδας του Ιησού». Σαν τους αποστόλους στο όρος της θείας Μεταμορφώσεως -δεν θέλεις να ξεκολλήσεις με τίποτα.

      ΕΙΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΦΕΡΕΤΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΝΑΝ ΑΓΙΟ;



      Μία Ρωσίδα χριστιανή Ορθόδοξη πήγε στον πνευματικό της στην Ρωσία και του είπε: «Πάτερ, θέλω να πάρω την ευχή σας να κάνω οικογένεια.
      Μου δίνετε την ευχή σας; Θέλω να ευχηθείτε για μένα και να με ευλογήσετε.
      Ο πνευματικός της δεν στάθηκε στις κλασικές έγνοιες ενός ζευγαριού… Δεν την ρώτησε αν έχει χρήματα, αν έχει δουλειά, αν έχει τα εξωτερικά στοιχεία που συνθέτουν ένα πετυχημένο γάμο. Της είπε: «Είσαι έτοιμη να φέρεις στον κόσμο έναν άγιο; Μπορείς στο παιδί που θα μεγαλώσεις να δείξεις ένα τέτοιο κλίμα γύρω σου ώστε να πάρει αυτή την υποψία της αγιότητας; Τότε σου δίνω την ευλογία μου. Μπορείς να εμπνεύσεις αγιότητα σε αυτό το παιδί; Μπορείς να το κάνεις άγιο;». Εννοώντας: «Μπορείς εσύ να είσαι αγία για να δώσεις και στο παιδί αυτή την επιθυμία της αγιότητας; Τότε να έχεις την ευχή μου να ξεκινήσεις, αλλιώς το να κάνεις οικογένεια επειδή σε πήραν τα χρόνια, επειδή ήρθε η ηλικία, επειδή όλες οι φίλες σου και οι φίλοι σου έχουν κάνει οικογένεια, δεν είναι σωστό ξεκίνημα. Δεν αρκεί αυτό».
      Πρέπει να ξεκινήσει κανείς με σοβαρότητα αυτή την υπόθεση, με περίσκεψη, με ωριμότητα, και προσευχή. Πόση ώρα, πόσους μήνες κρατά η κυοφορία; Εννέα μήνες και τελειώσαμε; Πέρασαν εννέα μήνες. Κρατήσαμε τόσο καιρό το παιδάκι μας στα σπλάχνα μας, το φέραμε στην ζωή. Και τελειώσες; Όχι. Ναι, το παιδί το έφερες στην ζωή, άγιο όμως δεν το έκανες ακόμα. Του δίνεις τροφή, μα δεν αρκεί για να χορτάσει. Είναι και ο χαρακτήρας. Του πήρες ωραίο δωμάτιο έβαλες και κλιματιστικό, μπράβο σου. Έχεις βάλει και ζεστά χαλιά και υπολογιστή. Αλλά χρειάζεται και ποιότητα ζωής το παιδάκι, δηλαδή να βοηθήσεις το παιδί σου να γνωρίσει τον εαυτό του. Να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του, να γνωρίσει μέσα από τον κόσμο τον συνάνθρωπό του, να γνωρίσει το Θεό, να γνωρίσει την αλήθεια.
      Έμαθες το παιδί σου να αγαπάει; Έμαθες στο παιδί σου να προσεύχεται; Έμαθες στο παιδάκι σου να γονατίζει, να κάνει θυσίες και να ταπεινώνεται; Του έχεις δείξει εσύ με το δικό σου παράδειγμα τι θα πει ταπείνωση; Σε έχει δει το παιδί σου να υποχωρείς, να ζητάς συγνώμη; Να χάνεις το δίκιο σου και να μην αντιμιλάς; Σε έχει δει το παιδί σου από τα μικρά του χρόνια να αντέχεις στον πόνο χωρίς να διαμαρτύρεσαι, χωρίς να γκρινιάζεις και να αγανακτείς; Σε έχει δει όταν αποτυγχάνεις κάπου να το παίρνεις σαν αφορμή να πλησιάσεις περισσότερο τον Θεό και την ταπείνωση; Σε έχει δει να παραδέχεσαι ένα λάθος σου;
      Τότε πραγματικά θα ξέρει το παιδί σου γιατί ζει και πού πηγαίνει. Θα ξέρει τον σκοπό που ζει σε αυτό τον πλανήτη και θα έχει πραγματικά αληθινούς ωραίους γονείς , οι οποίοι χωρίς να έχουν διαβάσει πολλά παιδαγωγικά, χωρίς να ασχολούνται μόνο με το παιδί τους, αλλά με αβίαστο και ξεκούραστο τρόπο μέσα από την δική τους πορεία προς τον Θεό, θα βοηθούν και τα παιδιά τους. Και αυτό είναι πάρα πολύ ευλογημένο και αληθινό. Είναι μία αγωγή που γίνεται από γενιά σε γενιά με τρόπο αθόρυβο και άδηλο. Δεν φαίνεται αλλά γίνεται και επηρεάζει τον κόσμο όλο.
      του π. Ανδρέα Κονάνου

      Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

      ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017-ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΖ'


          Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντος τοῦ Ἰησοῦ πρὸς τὸν ὄχλον, προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. Καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι.
      Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. Καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
      Τότε, προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. Τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.
      Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. Καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.

      Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
      Τον καιρό ἐκείνο, ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς πρὸς τὸ πλῆθος, τὸν ἐπλησίασε ἕνας καί, γονατιστός, τοῦ ἔλεγε, «Κύριε, ἐλέησε τὸ παιδί μου, διότι σεληνιάζεται καὶ ὑποφέρει πολύ. Πολλὲς φορὲς πέφτει στὴ φωτιὰ καὶ πολλὲς φορὲς στὸ νερό. Καὶ τὸν ἔφερα εἰς τοὺς μαθητάς σου ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν».
      Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπε, «Ὦ γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι; Φέρετέ μου αὐτὸν ἐδῶ». Καὶ ἐπέπληξε αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐβγῆκε ἀπὸ αὐτὸν τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθηκε τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην.
      Τότε ἦλθαν οἱ μαθηταὶ εἰς τὸν Ἰησοῦν ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ εἶπαν, «Γιατὶ ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ βγάλωμε;». Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε, «Ἐξ αἰτίας τῆς ἀπιστίας σας. Σᾶς βεβαιῶ, ἐὰν ἔχετε πίστιν σὰν τὸν σπόρο τοῦ σιναπιοῦ θὰ πῆτε εἰς τὸ βουνὸ αὐτό, «Μετατοπίσου ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ», καὶ θὰ μετατοπισθῇ καὶ τίποτε δὲν θᾶ σᾶς εἶναι ἀδύνατον. Τοῦτο δὲ τὸ γένος δὲν βγαίνει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴν καὶ νηστείαν».
      Ὅταν δὲ περιεφέροντο εἰς τὴν Γαλιλαίαν, τοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς, «Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει νὰ παραδοθῇ σὲ χέρια ἀνθρώπων. Καὶ θὰ τὸν φονεύσουν καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ αναστηθῇ». Καὶ ἐλυπήθηκαν πάρα πολύ.

      Ω ΓΕΝΕΑ ΑΠΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ!


         1. Γενεὰ ἄπιστος
      Μόλις κατέβηκε ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, ἀντίκρυσε μέσα στὸν ὄχλο ἕνα δυστυχισμένο πατέρα, ποὺ ἔπεσε γονατιστὸς στὰ πόδια του καὶ Τοῦ εἶπε: –Κύριε, λυπήσου τὸ παιδί μου, διότι σεληνιάζεται καὶ ὑποφέρει φοβερά. Κινδυνεύει! Πολλὲς φορὲς πέφτει στὴ φωτιὰ ἢ στὸ νερό. Τὸν ἔφερα στοὺς μαθητάς σου, ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν θεραπεύσουν.
      Καὶ ὁ Κύριος μὲ παράπονο λέγει: Ὦ γενεὰ ἄπιστη, ποὺ τόσα θαύματα εἶδες καὶ ἀπὸ τὴν κακία σου εἶσαι διεστραμμένη! Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχωμαι;

      Σὲ ποιὸν ὅμως ἀναφέρεται ἡ ἐπιτίμησι αὐτὴ τοῦ Κυρίου; Στὸν πατέρα τοῦ δαιμονισμένου; στοὺς μαθητάς; ἢ στὰ πλήθη, τὸν ὄχλο; Βέβαια τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ πῇ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος τὴν ἔδωσε ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου. Ἀγωνιοῦσε γιὰ τὸ παιδί του, καὶ βλέποντας τοὺς μαθητὰς νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὸ θεραπεύσουν, ἀμφέβαλλε γιὰ τὴ δυνατότητα τοῦ θαύματος. Ὅμως ὁ Κύριος κατόπιν, κατ’ ἰδίαν ἐλέγχει γιὰ ἀπιστία καὶ τοὺς μαθητές του. Ἐδῶ ὅμως προκύπτει κάποιο ἐπιπλέον ζήτημα: Ἐὰν ἡ ἀπιστία τοῦ πατέρα ἦταν ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας τῶν μαθητῶν νὰ ἐκβάλουν τὸ δαιμόνιο, τότε γιατί ὁ Κύριος ἐπικρίνει καὶ τοὺς μαθητάς; Διότι ὁ Κύριος ἤθελε νὰ δείξῃ στοὺς μαθητάς του ὅτι μποροῦσαν μὲ τὴν δύναμί του νὰ θεραπεύσουν τὸν δαιμονισμένο καὶ χωρὶς νὰ πιστεύῃ ὁ πατέρας του ποὺ τὸν ἔφερε κοντά τους. Ὀλιγοπιστεῖ λοιπὸν ὁ πατέρας, ὀλιγοπιστοῦν καὶ οἱ μαθηταί. Ὀλιγοπιστεῖ ὅμως καὶ ὁ παρευρισκόμε-νος ὄχλος. Διότι ὁ Κύριος ἐπιτιμᾷ καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποκαλεῖ γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι καὶ τὰ πλήθη ἔδειξαν ἀπιστία γιὰ τὸ θαῦμα, καθὼς ἔβλεπαν τοὺς μαθητὰς νὰ μὴ μποροῦν νὰ θεραπεύσουν τὸν δαιμονισμένο. Καὶ μάλιστα τὰ πλήθη αὐτὰ εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο.

      Ὅμως ὁ Κύριος ἐλέγχοντας γιὰ ἀπιστία ὅλους αὐτοὺς τοὺς παρευρισκομένους, οὐσιαστικὰ ἐλέγχει ἀκόμη περισσότερο ἐμᾶς. Εἶναι σὰν νὰ λέγῃ καὶ στὴ δική μας γενιά: Ὦ γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη. Πόσο περισσότερο σκληρόκαρδη καὶ ἄπιστη εἶσαι! Διότι ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ Χριστιανοὶ ἔχουμε πολὺ μεγαλύτερη εὐθύνη καὶ ἐνοχὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἶχαν τὰ πλήθη τῆς Γαλιλαίας. Ἐφ’ ὅσον ἐμεῖς ἔχουμε δεχθῆ τὴν Χάρι καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχουμε πίσω μας μιὰ ἱστορία ἐκπληκτικῶν θαυμάτων τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, τὴν Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ καὶ τὴν πορεία τῆς ἀνθρωπότητος. ῎Εχουμε ἀμέτρητα νέφη μαρτύρων καὶ ἁγίων. Πόσο περισσότερο λοιπὸν ἀδικαι-ολόγητοι εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα ποὺ κάποτε σὲ ὧρες πειρασμοῦ ἢ δοκιμασίας ἀμφιβάλλουμε! Χάνουμε τὴν πίστι μας. Καὶ συμπεριφερόμαστε σὰν ἄπιστοι ἢ ἔστω ὀλιγόπιστοι. Ὣς πότε λοιπὸν θὰ μᾶς ἀνέχεται ὁ Θεός; Μόνον τὸ ἔλεός του θὰ μᾶς σώσῃ.

      2. Ποιὸς μετακίνησε βουνά;
      Ὁ Κύριος, ἀφοῦ ἐπετίμησε τὸ δαιμόνιο, ἐθεράπευσε ἀμέσως τὸ δαιμονισμένο παιδί. Οἱ μαθηταὶ ἐκστατικοί, πλησίασαν ἰδιαιτέρως τὸν Ἰησοῦ καὶ Τὸν ρώτησαν μὲ ἀπορία: Γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε τὸ δαιμόνιο αὐτό; Καὶ ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: Ἐπειδὴ σᾶς λείπει ἡ πίστις. Ἐὰν ἔχετε πίστι θερμὴ καὶ δυνατὴ σὰν τὸ μικρὸ σπόρο τοῦ σιναπιοῦ, θὰ πῆτε στὸ βουνὸ αὐτό, πήγαινε ἀπὸ ἐδῶ ἐκεῖ, καὶ θὰ μετακινηθῇ. Μὲ μία τέτοια θερμὴ πίστι τὰ πάντα θὰ εἶναι δυνατὰ σὲ σᾶς.

      Ἀκούγοντας ὅμως τοὺς λόγους αὐτούς, κάποιοι Χριστιανοὶ ρωτοῦν: Μὰ καλά, ἐφ’ ὅσον οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι δὲν μετακίνησαν κανένα βουνό, δὲν ἔκαναν ποτὲ ἕνα τέτοιο θαῦμα τόσο δυσκατόρθωτο, ἄρα δὲν εἶχαν πίστι «ὡς κόκκον σινάπεως»; Κι ἂν οἱ Ἀπόστολοι δὲν εἶχαν τέτοια πίστι, πῶς ὁ Κύριος ζητεῖ νὰ τὴν ἔχουμε ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι Χριστιανοί;

      Οἱ ἱεροὶ ἑρμηνευταὶ ἐξηγοῦν ὅτι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ δὲν εἶχαν μόνον μιὰ τόσο μικρὴ πίστι ἀλλὰ πολὺ μεγαλύτερη. Διότι δὲν μετακίνησαν ἁπλῶς κάποιο βουνό, ἀλλὰ ἔκαναν κάτι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερο καὶ δυσκολώτερο. Μετακίνησαν τεράστιους ὄγκους κακίας ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀνέστησαν ψυχικῶς ἀμέτρητους νεκρούς. Ἄλλαξαν τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἡ μετακίνησι κάποιου βουνοῦ θὰ ἦταν ἁπλῶς ἕνα θαῦμα ἐντυπωσιασμοῦ. Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως τῆς οἰκουμένης ἀποτελοῦσε ἕνα θαῦμα ἀσυγκρίτως μεγαλύτερο καὶ δυσκολώτερο.

      Ἄρα λοιπόν, ὅταν ὁ Κύριος μᾶς ζητῇ νὰ ἔχουμε πίστι «ὡς κόκκον σινάπεως», δὲν χρησιμοποιεῖ ἁπλῶς ἕνα σχῆμα λόγου, ἀλλὰ μᾶς ζητεῖ πραγματικῶς νὰ ἔχουμε μία θερμὴ καὶ δυνατὴ πίστι. Διότι, ὅταν ἡ πίστι μας εἶναι τόσο δυνατή, καὶ πέσῃ, ὅπως τὸ σινάπι, σὲ γῆ ἀγαθή, δηλαδὴ σὲ καθαρὸ καὶ εὔφορο χωράφι τῆς ψυχῆς, γίνεται δένδρο μεγάλο καὶ ἔχει θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Μιὰ τέτοια πίστι θερμὴ καὶ δυνατὴ ἂς προσευχώμαστε καθημερινῶς νὰ μᾶς χαρίσῃ ὁ Κύριος. Καὶ θὰ βλέπουμε στὴν ψυχή μας τὴν θαυμαστὴ καρποφορία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

      ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΦΩΤΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΙΚΗΤΟΥ



      Τη μνήμη των Αγίων Φωτίου και Ανικήτου τιμά σήμερα, 12 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Φώτιος ήταν ανεψιός του Ανίκητου. Κατάγονταν και οι δύο από τη Νικομήδεια. Όταν ο Διοκλητιανός θέλησε να κινήσει διωγμό κατά των χριστιανών, μίλησε μπροστά στη Σύγκλητο με τους πιο υβριστικούς λόγους εναντίον τους.
      Εκεί ήταν παρών και ο Ανίκητος, που όταν άκουσε αυτά τα λόγια του βασιλιά, όχι μόνο δεν φοβήθηκε, αλλά σηκώθηκε με θάρρος δήλωσε ότι είναι χριστιανός και είπε στο Διοκλητιανό:
      «Πλανάσαι, βασιλιά, αν νομίζεις ότι με τα μέτρα κατά των Χριστιανών θα πετύχεις τους ασεβείς σκοπούς σου. Μάθε ότι οι χριστιανοί αποτελούν σήμερα την υγιέστερη μερίδα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και θα ήταν ανόητοι και αναίσθητοι αν πίστευαν στα είδωλα. Γι’ αυτό όποια μέτρα και αν πάρεις εναντίον τους, στο τέλος ζημιωμένος θα είσαι εσύ, ενώ αυτοί ένδοξοι μάρτυρες».
      Ο Διοκλητιανός, προσβεβλημένος από την παρατήρηση του Ανίκητου, διέταξε και τον έριξαν τροφή σε ένα τρομερό λιοντάρι. Αλλά το λιοντάρι σταμάτησε την άγρια ορμή του και ημέρεψε σαν πρόβατο. Τότε έγινε μεγάλος σεισμός και συνετρίβησαν πολλά ειδωλολατρικά αγάλματα.
      Κατόπιν τον έβαλαν σε τροχό με αναμμένη φωτιά από κάτω. Αλλά ω του θαύματος, ο τροχός σταμάτησε και η φωτιά έσβησε. Τότε έτρεξε και τον αγκάλιασε ο ανεψιός του Φώτιος. Μόλις είδαν αυτό οι ειδωλολάτρες, έδεσαν και τους δύο μέσα στο λεγόμενο λουτρό του Αντωνίου. Και αφού υπερθέρμαναν το νερό, παρέδωσαν και οι δύο ένδοξα το πνεύμα τους.
      Απολυτίκιο:
      Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
      Θείας πίστεως, τη συμφωνία, την οικείωσιν, της συγγενείας, δι’ αγώνων ιερών ελαμπρύνατε, θεομακάριστε Μάρτυς Ανίκητε, συν τω Φωτίω φωτός τω θεράποντι. Αλλά αιτήσασθε, δοθήναι πταισμάτων άφεσιν, τοις μέλπουσιν υμών την θείαν άθλησιν.

      Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

      ΑΠΟ ΤΟΥ ΝΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ...


      Διάβασα κάτι πολύ όμορφο σε μια συνέντευξη του Γούντι Άλεν που έλεγε και ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμονοπετρίτης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αλλά με άλλο στόχο, «το σημαντικότερο (σε οτι κάνεις) είναι να μην είσαι θλιμμένος....». Αυτό δεν σημαίνει οτι θα μπούμε σε μια διαδικασία άγχους και βίας ψυχολογικής σώνει και καλά να είμαστε χαρούμενοι. Αυτός είναι ο φασισμός της ευτυχίας. Όχι. Απλά ας έχουμε υπόψιν μας, οτι είμαστε φτιαγμένοι για την Χαρά, και μέσα μας υπάρχει πολύ χαρά γιατί είμαστε εικόνες του Θεού. Εάν κατέβουμε στην καρδιά μας, υπάρχει ηρεμία και φως. Εάν μείνουμε στο νου, ταραχή και αναστάτωση. Άρα; Όλο το θέμα είναι πως θα κατέβουμε από το νου στην καρδιά, αυτό δηλαδή που λένε οι άγιοι πατέρες. Το δικό μας λάθος, και ιδιαιτέρως της εποχής μας είναι οτι μας εκπαιδεύουν να είμαστε ο νους, οι σκέψεις και οι λογισμοί μας. Αρα ταυτιζόμαστε και ζούμε με τις σκέψεις.
      Πάρε το κομποσκοίνι σου, πες την ευχή του Ιησού, κράτα αποστάσεις από τις σκέψεις και τα συναισθήματα, μην ταυτίζεσαι. Απλά να τα παρατηρείς από μακριά. Μην κρίνεις τους λογισμούς, μην βάζεις ταμπέλες στο τι νιώθεις και σκέπτεσαι. Απλά βλέπε στο ουρανό του νου σου, που πετάνε τα μαύρα πουλιά των λογισμών, μην θες να τα σκοτώσεις θα αγριέψουν και θα πέσουν να σε φάνε. Απλά βλέπετα, δίχως να τα αξιολογείς, καλά κακά, άσχημα όμορφα, αμαρτωλά, ηθικά. Λέγε την ευχή του Ιησού. Θα δεις οτι σιγά σιγά, θα αρχίσεις πίσω από το πυκνό μαύρο πέταγμα τους, να βλέπεις το γαλάζιο του ουρανού. Στην αρχή λίγο, μετα πιο πολύ, και πιο πολύ, μέχρι που ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός και τα πουλιά θα φύγουν για άλλες πατρίδες..

      Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ!

      Σχετική εικόνα


      Θυμηθήτε τον Αριστοτέλη Ωνάση.
      Επέτυχε στη ζωή. Έγινε ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Αληθινός Κροίσος. Γράφτηκαν για αυτόν βιβλία, που μιλάνε για αυτόν, σαν να ήταν μυθικός ήρωας.
      Είχε χρήματα να κάνη ό,τι ήθελε. Και να διασκεδάσει όσο ήθελε. Και λοιπόν;
      Εξωτερικά φαινόταν απόλυτα ευτυχισμένος. Ήταν όμως πράγματι ευτυχισμένος; Κάποια στιγμή πέθανε ο υιός του Αλέξανδρος. Και τότε εζήτησαν από τον πατέρα Αριστοτέλη Ωνάση μια συνέντευξη στην τηλεόραση. Εκείνος εδέχθη. Και την έδωσε.
      Στο τέλος τον ερώτησαν:
      -Πώς αισθάνεστε, κ. Ωνάση, μετά τον θάνατο του παιδιού σας;
      Απάντησε:
      Αισθάνομαι, πως είμαι ο πιο φτωχός άνθρωπος στον κόσμο.
      Τί μας είπε;
      Μας είπε: Η ευτυχία δεν είναι στα έξω. Είναι μωρία να θέλει ο άνθρωπος να γίνει ευτυχισμένος με τα έξω. Η ευτυχία είναι «μέσα».
      Ποιά είναι η βαθύτερη μορφή ευτυχίας;
      Η εσωτερική. Η ειρήνη της καρδιάς και της ψυχής.
      Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με συνείδηση. Και με ηθική κρίση. Για να μπορεί να αποκτήσει μια ευτυχία όχι εξωτερική, ψεύτικη και παροδική, αλλά εσωτερική, αληθινή, μόνιμη, αναφαίρετη.
      Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με τις τελειότερες και υψηλότερες προδιαγραφές: τον εδημιούργησε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού».
      Έτσι έπρεπε να είμαστε όλοι μας. Έτσι ήταν το πρόγραμμα του Θεού για μας. Να είμαστε όλοι γεμάτοι αρετές και απόλυτα ευτυχισμένοι.

      ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΠΙΣΤΗ

      Αγίου Iωάννη της Kρονστάνδης
      Εάν επιθυμείς να σου δώσει ο Θεός γρήγορα καρδιακή πίστη στην προσευχή, αγωνίσου με όλη την καρδιά σου να μιλάς και να κάνεις το κάθε τι ειλικρινώς και ουδέποτε να είσαι ψεύτικος στις δοσοληψίες σου με τους άλλους ανθρώπους. Εάν είσαι ευθύς και αληθινός με τους άλλους, τότε ο Θεός θα σου δώσει αμέσως αληθινή πίστη.

      Αυτός που δεν είναι τίμιος στις δοσοληψίες με τους άλλους ανθρώπους, ο Θεός δεν τον δέχεται εύκολα, όταν προσεύχεται. Τον κάνει να αισθανθεί ότι είναι ανειλικρινής με τους άλλους και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι τελείως ειλικρινής με το Θεό.
      H καρδιακή πίστη είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο, διότι το φως της διάνοιας μας είναι πολύ περιορισμένο, αφού δεν μπορεί αυτή να περιέχει πολύ διανοητικό φως. O Kύριος ο Θεός μας είναι άπειρο Φως και ο κόσμος είναι μία άβυσσος της Παντοδυναμίας Tου και της Σοφίας Tου, διότι μόνο τόσο και όχι περισσότερο, μπορεί να περιέχεται από αυτά στη φθαρτή μας σάρκα.
      O Xριστός εισέρχεται στην καρδιά με την πίστη και κατοικεί σ’ αυτή με ειρήνη και χαρά. Δεν ειπώθηκε χωρίς λόγο από το Θεό ότι «Aυτός είναι Άγιος και αναπαύεται εν τοις αγίοις».

      ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΗΦΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


      Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
      Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης


      Λιπὼν ο Νήφων την κάτω προεδρίαν
      Χριστώ παρέστῃ τω προέδρῳ των όλων.
      Βιογραφία
      Πρόκειται για τον Πατριάρχη Νήφωνα τον Β’, που πατριάρχευσε τρεις φορές: α) 1486-1488. β) 1497-1498 και γ) 1502. Καταγόταν από την Πελοπόννησο και γεννήθηκε από τους Μανουήλ και Μαρία. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Προσκολλήθηκε σε κάποιον μοναχό Αντώνιο και έγινε μοναχός στην Επίδαυρο με το όνομα Νήφων. Μετά τον θάνατο του γέροντα του, πήγε στο κάστρο της Νάρδας, όπου γνώρισε τον ενάρετο Αγιορείτη Ζαχαρία, με τον όποιο εγκαταστάθηκε στη Μονή της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Όταν ο Ζαχαρίας εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αχριδών, ο Νήφων αναχώρησε στο Άγιον Όρος, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και Ιερέας στη Μονή Διονυσίου. Από τη Μονή αυτή κλήθηκε να γίνει Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και από εκεί, μετά τον θάνατο του Συμεών, ανέλαβε τον οικουμενικό θρόνο. Απομακρύνθηκε δύο φορές από τον θρόνο και κατέφυγε στη Βλαχία και από κει στο Άγιον Όρος στη Μονή Διονυσίου. Την τρίτη φορά που κλήθηκε στον Οικουμενικό θρόνο δεν πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Μονή, αφού έζησε ζωή ασκητική.
      Ἀπολυτίκιον
      Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
      Ἔργοις ἔλαμψας, τῆς εὐσέβειας, πᾶσαν ηὔγασας, τὴν Ἐκκλησίαν, τῆς ταπεινώσεως τρόποις ὑψούμενος, ἀσκητικῶς δοξασθεῖς γὰρ ἐν Ἄθωνι, Πατριαρχῶν καλλονὴ ἐχρημάτισας. Νήφων ἔνδοξε, θείων χαρίτων ἔμπλησον, τοὺς πίστει καὶ πόθω σὲ μεγαλώνοντας.

      Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

      ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

           
       Έντονη είναι η συζήτηση το τελευταίο διάστημα για τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, προκειμένου να βρούνε εργασία και αξιοπρέπεια. Η Ελλάδα των μνημονίων διώχνει τα παιδιά της και οι πολιτικοί φαίνεται ότι θεωρούν αναπόφευκτη αυτή την εξέλιξη, με αποτέλεσμα απλώς να περιγράφουν το πρόβλημα και να μην προτείνουν ούτε να εφαρμόζουν ουσιαστικές λύσεις. Βρισκόμαστε, έτσι κι αλλιώς, σε μία εποχή παθητικότητας. Παρακολουθούμε τα γεγονότα αδιάφορα. Όταν βλέπουμε μορφωμένους νέους, πτυχιούχους, κάποτε με ειδίκευση, να αισθάνονται ότι το μέλλον τους δεν βρίσκεται στην πατρίδα μας, αλλά στο εξωτερικό, και δεν αντιδρούμε, όχι με αφορισμούς και αποδοκιμασίες, αλλά με συσστράτευση, σχεδιασμό και συγκεκριμένες πολιτικές, τότε η απραξία οδηγεί σε μαρασμό. Η ανθρώπινη ποιότητα εξωθείται σε φυγή. Το μέλλον της πατρίδας μας διαγράφεται δυσοίωνο.
                      Ας μην ξεχνούμε ότι το όραμα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής αποτελεί σημείο κλειδί για τον άνθρωπο. Δεν είναι μόνο ο καιρός της κρίσης, που εξελίσσεται σε γενικευμένη παρακμή, αυτός που οδηγεί στην ιδέα της φυγής. Είναι και το Διαδίκτυο, η επαφή με τα ξένα πανεπιστήμια μέσω της κινητικότητας των φοιτητών, είναι η αίσθηση της συνολικής απαξίωσης στην καλλιέργεια του νου, στην γνώση και την εξειδίκευση, η πρόταξη του διορισμού στο δημόσιο  ως της μόνης λύσης για μια σχετική αξιοπρέπεια, η αίσθηση ότι ακόμη κι αν αγαπά ο νέος ένα αντικείμενο, δε θα μπορέσει να το υπηρετήσει. Έτσι, οι νέοι οδηγούνται στο δρόμο της φυγής, με την ελπίδα ότι στο εξωτερικό θα ανοιχτούν καινούργιοι δρόμοι, ασχέτως αν και εκεί θα τους εκμεταλλευτούν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες.
                      Ζούμε σε μία κοινωνία με νοοτροπία αυτοκαταστροφής. Ζούμε σε μία πραγματικότητα στην οποία η εργασία έχει ταυτιστεί εκ των προτέρων με την απαίτηση για «πολλά χρήματα». Δεν είναι κακή η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δυνατότητές μας, αλλά συχνά υπάρχει και μία μορφή οίησης.  Παρασυρμένοι από τον θόρυβο, αυτο-υποβαλλόμαστε ότι δε θα πετύχουμε, παρότι το αξίζουμε. Δεν αισθανόμαστε χαρούμενοι διότι μας δίδεται η ευκαιρία να κοπιάσουμε, να αγωνιστούμε. Γιατί να είναι βέβαιο πως ό,τι ισχύει για τους πολλούς, κατ’ ανάγκην θα ισχύσει για μας; Κανείς δεν έχει κερδίσει, χωρίς να κοπιάσει. Κυρίως, χωρίς να έχει αυτό το αίσθημα της ταπείνωσης που συνοδεύει τους αληθινά δημιουργικούς ανθρώπους. Αυτούς που γνωρίζουν ότι δεν εξαρτώνται όλα από τους ίδιους. Ότι υπάρχει η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, ο Οποίος προνοεί με αγάπη για τον καθένα μας και τελικά δίνει κατά το καλό μας!
                      Αυτή η προσδοκία της πίστης δεν δικαιολογεί βεβαίως την αυτο-καταστροφικότητα ή την ανάγκη η πολιτεία να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να δείξει ότι νοιάζεται τους νέους.  Ας επιβραβευθεί ο κόπος, ας μείνουν οι νέοι έξω από το κομματικό παιχνίδι, ας αναλάβουν πρωτοβουλίες όσοι έχουν ιθύνουσα θέση για να δοθούν περισσότερα κίνητρα στους νέους. Οι νέοι δεν είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν παθητικά να βρούνε ευκαιρίες στη ζωή τους. Όμως και το να ξεκινήσει κάποιος από τα λίγα, με τιμιότητα και κόπο, δεν είναι ντροπή.
      Η παρακμή στην οποία έχουμε εισέλθει, απαιτεί πρωτοβουλίες. Χρειάζεται όμως και ο καθένας μας να ξαναβρεί την ελπίδα η οποία πηγάζει μέσα από τη σχέση με τον Θεό. Τον μυστικό δρόμο της προσευχής  που ενδυναμώνει αληθινά!      
      π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός