Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

ΜΗΝ ΜΟΥ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΑΠΛΑ ΕΛΑ ΚΟΝΤΑ ΜΟΥ



Ένα ερωτευμένο ζευγάρι μιλά μεταξύ του απαλά, όμορφα, γλυκά, σχεδόν ψιθυριστά. Το ίδιο και μια μάνα, κρατώντας το νεογέννητο παιδί της στην αγκαλιά της, του μιλά ήρεμα, τα λόγια της είναι σαν χάδι, σαν τραγούδι.
-------------------------------
Όταν οι άνθρωποι απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον χάνεται αυτή η κατάσταση. Φωνάζουμε ο ένας τον άλλον για να μας ακούσει ο άλλος. Νομίζουμε ότι με τις φωνές θα ακουστούμε.
Βέβαια δεν θέλουμε απλά να ακουστούμε, αλλά να περάσει το δικό μας!
-------------------------------
Σε ένα ζευγάρι αρχίζουν οι φωνές όταν ο ένας απομακρύνεται από τον άλλον. Αρχίζουν να απομακρύνονται και έτσι δημιουργείται μεταξύ τους πλέον απόσταση καρδιακή. Νομίζουν ότι οι φωνές είναι η λύση για να γίνουν κατανοητοί ο ένας στον άλλον. Όμως η φωνές δεν είναι η λύση, είναι απλά το αποτέλεσμα της αποτυχίας να ζήσουν κοντά, να ζήσουν με αλληλοπεριχώρηση, να ζήσουν ενωμένοι. Η διάσπαση φέρνει φωνές, η απόσταση φέρνει την αύξηση στην ένταση της φωνής μας (και γενικότερα ένταση και νεύρα).
-------------------------------
Το ίδιο συμβαίνει και στην σχέση γονέων και παιδιών. Η ένωση χάνεται και έτσι αρχίζουν οι φωνές. Η ήσυχη και απαλή φωνή των γονέων προς τα παιδιά μεταλλάσσεται σε κραυγές, αυστηρές φωνές, νευρικά και απότομα απογορευτικά λόγια. Δεν υπάρχει ουσιαστικά συννενόηση, γι’αυτό και εμφανίζονται καταστάσεις «στρατιωτικού τύπου», που αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει πλέον αίσθηση οικειότητας αλλά μία σχέση «εξουσίας-υποτέλειας».
Αυτό μπορεί να γίνει σε κάθε είδους σχέση.
-------------------------------
Το θέμα –νομίζω- είναι να μην απομακρυνθούμε από τον άλλον υπαρξιακά. Δεν είναι λύση οι φωνές. Η λύση στο πρόβλημα της επικοινωνίας μεταξύ μας έρχεται όταν αποκτήσουμε ταπείνωση. Ο ταπεινός άνθρωπος μπορεί να συννενοηθεί με όλους. Σίγουρα χρειάζεται μία αμφίδρομη προσπάθεια για να σμίξουν οι καρδιές μας, όμως ας μην κατηγορούμε τον άλλον ότι απομακρύνθηκε, ας πάψουμε να του φωνάζουμε για να μας ακούσει· ας κάνουμε εμείς το πρώτο βήμα προς αυτόν, ας τον πλησιάσουμε με συγκατάβαση. Τότε δεν θα χρειάζεται ούτε εμείς να φωνάζουμε, ούτε ο άλλος άνθρωπος.
-------------------------------
Η απομάκρυνση από τον άλλον συνεπάγεται φωνές και καυγάδες. Όταν όμως οι καρδιές μας βρίσκονται κοντά τότε ακόμα και διαφωνίες να υπάρχουν συζητιούνται ήρεμα και νηφάλια. Έτσι έρχεται η λύση, η παύση της διαφωνίας.
-------------------------------
Δυστυχώς πολλές φορές προσπαθούμε να λύσουμε τις διαφωνίες μας με φωνές, με βρισιές και λόγια που θα προσβάλουν τον άλλον και θα τον πληγώσουν.
-------------------------------
Είναι δυνατόν να τα βρούμε με τον άλλον όταν τον βρίζουμε, όταν τον πληγώνουμε, όταν του φωνάζουμε; Κι όμως ο εγωισμός μας δεν μας αφήνει να σκεφτούμε λογικά, μας κρατά δέσμιους της οργής που πηγάζει από την αυτοδικαίωσή μας, από τους εναντίον λογισμούς που έχουμε για τον άλλον.
Αδικούμε τον εαυτό μας και τους άλλους με αυτή την συμπεριφορά μας.
-------------------------------
Το θέμα λοιπόν δεν είναι ποιος θα φωνάξει περισσότερο για να ακουστεί, έτσι δεν έρχεται η ειρήνη αλλά διαιωνίζεται η πολεμική μας διάθεση και χάνεται κάθε ελπίδα για συγχώρεση. Δεν είναι το θέμα να δικαιωθούμε, να αποδείξουμε ότι έχουμε δίκαιο «ταπώνοντας» τον άλλον, αλλά να ξαναπλησιάσουμε τον άλλον με ταπείνωση και διάθεση συγχώρεσης.
-------------------------------
Οι φωνές μας αποδεικνύουν ότι είμαστε μακρυά ο ένας από τον άλλον αλλά συγχρόνως καταδεικνύουν και την προσωπική μας πνευματική νηπιότητα.
-------------------------------
Θυμήσου λοιπόν πώς μιλούσες στον/στην σύζηγο όταν πρωτογνωριστήκατε, τότε που οι καρδιές σας ήταν ενωμένες, θυμήσου πως μιλούσες στο παιδί σου, στον φίλο σου τότε που υπήρχε μεταξύ σας σεβασμός και προσπάθησε να ξαναφέρεις στην -τωρινή- σχέση σου εκείνη την γλυκύτητα και πραότητα.
-------------------------------
Όλα τα παραπάνω τα γνωρίζεις, είμαι σίγουρος, και εγώ όμως όπως κι εσύ κάπου ξεφεύγουμε. Ξεφεύγουμε και φωνάζουμε, μιλάμε απότομα, απευθυνόμαστε στον άλλον προσβλητικά γιατί υπάρχει ακόμα μέσα μας το «εγώ» μας που συνεχώς ψάχνει αφορμή για να ξεσπάσει, για να προβληθεί χωρίς να υπολογίζει τον άλλον άνθρωπο. Η αδιαλλαξία μας, δημιουργεί συρματοπλέγματα που μας εμποδίζουν να πλησιάσουμε τον άλλον πραγματικά, μας εμποδίζουν να τον κατανοήσουμε, μας εμποδίζουν να τον ακούσουμε.
-------------------------------
Οι φωνές δεν θα σταματήσουν μαγικά. Θα σταματήσουν όταν ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον, όταν ξαναμονιάσουν οι καρδιές μας, και αυτό θα γίνει όταν πάψουμε να σκεφτόμαστε τόσο πολύ τον εαυτούλη μας, όταν ταπεινωθούμε και πλησιάσουμε τον άλλον χωρίς τουπέ (toupet). Τότε και ψιθυριστά να μιλάμε θα ακουγόμαστε. Τότε ακόμα η σιωπή μας θα μιλά στον άλλον, γιατί τότε θα υπάρχει κοινωνία μεταξύ μας.
-------------------------------
Όλα τα γνήσια "σ'αγαπώ" ψιθυριστά ειπώθηκαν...
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗΣ (Ο ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ)

      

Οι άνθρωποι του καιρού μας δίνουμε μεγάλη σημασία σε αυτό που ονομάζουμε «αυτοεκτίμηση». Αισθανόμαστε ότι η ζωή μας εξαρτάται από το πόσο αξίζει ο εαυτός μας. Έτσι, τόσο στις σχέσεις μας με τους άλλους, όσο και στο πώς βλέπουμε τον εαυτό μας έναντι του κόσμου, προσπαθούμε να αναδειχθούμε, να προβληθούμε, να αισθανθούμε ότι είμαστε αγαπητοί και αποδεκτοί. Αν οι άλλοι πιστεύουν σε μας και μας το δείχνουν, τότε κι εμείς είμαστε καλά. Συνδέουμε την αξία μας με τη γνώμη τους. Όταν εκείνοι δεν μας δείχνουν την προσοχή που θα θέλαμε ή όταν διαπιστώνουμε ότι η εξωτερική μας εμφάνιση δεν τους προσελκύει, αισθανόμαστε απογοήτευση. Η αυτοεκτίμησή μας χαμηλώνει και η ψυχολογία μας είναι αρνητική. Τότε κάνουμε ακόμη και αταίριαστα πράγματα, προκειμένου να υπερβούμε αυτό το έλλειμμα, προκαλούμε ή μελαγχολούμε για να μας δούνε και να μας συμπαθήσουν.
                Η αυτοεκτίμηση είναι εντολή του Θεού, όταν μας ζητά να αγαπάμε τον πλησίον όπως τον εαυτό μας. Αυτοεκτίμηση έχει αυτός που έχει αυτογνωσία. Που γνωρίζει τα όριά του. Που αγαπά και δίνει. Που έχει επίγνωση του ποιος είναι, αλλά και ποια είναι τα χαρίσματά του και την ίδια στιγμή που γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ευχαριστήσει τους άλλους, ίσως και ποτέ. Αυτοεκτίμηση όμως, για την χριστιανική παράδοση, έχει ο καθένας που πιστεύει ότι  η αξία του είναι τόσο μοναδική και ανυπολόγιστη, ώστε  ο Θεός να γίνει άνθρωπος, να πεθάνει και να αναστηθεί γι’  αυτόν, χωρίς να υπολογίσει την ανταπόκρισή του. Αν ο Θεός ενηνθρώπησε, σταυρώθηκε, πέθανε, αναστήθηκε για μένα, χωρίς να περιμένει τίποτε από μένα, από τη στιγμή που η σχέση μας στηρίζεται στην απόλυτη ελευθερία, πώς είναι δυνατόν να μην αξίζω; 
           Η σχέση μας με τον Θεό, αλλά και με τους άλλους αποκαλύπτει κυρίως αυτό που ονομάζουμε στην εκκλησιαστική γλώσσα «τάλαντα». Ο καθένας από εμάς είναι «μυρίων ταλάντων οφειλέτης» (Ματθ.  18, 24) έναντι του Θεού. Κάθε τι που έχουμε και όχι μόνο υλικό, αλλά και ως στοιχείο του χαρακτήρα μας, αποτελεί δωρεά του Θεού, ώστε να μπορούμε να σπουδάζουμε στη ζωή την αγάπη. Να εργαστούμε και να το πολλαπλασιάσουμε. Να το προσφέρουμε στον πλησίον και την ίδια στιγμή να δοξάσουμε ευχαριστιακά τον Θεό για το ότι μας το έδωσε. Και γι’  αυτό το τάλαντό μας είναι ένας επιπλέον λόγος αυτοεκτίμησης. Πάλι μας αγαπά ο Θεός τόσο, ώστε να μας δίνει την δυνατότητα να έχουμε στοιχεία με βάση τα οποία θα αγαπήσουμε και θα αγαπηθούμε.
 Κάθε στιγμή της ζωής μας όμως χρειάζεται να έχουμε κατά νουν ότι θα λογοδοτήσουμε για ό,τι μας δόθηκε και το αφήσαμε αναξιοποίητο. Για ό,τι κληθήκαμε, επειδή ο δρόμος της ζωής μας είναι η αγάπη, να το προσφέρουμε ακριβώς για να φανεί η αγάπη,  κι εμείς αδιαφορήσαμε. Είπαμε ότι έχουμε χρόνο ή το σπαταλήσαμε με γνώμονα τον εαυτό μας και την ατομική μας απόλαυση. Αν θέλουμε βεβαίως να είμαστε ειλικρινείς, μάλλον ουδείς εξ ημών  θα μπορούσε να βρει δικαίωση ενώπιον του Θεού. Διότι η οφειλή μας ήταν και θα είναι αναρίθμητη, καθώς ουδέποτε μπορούμε να ανταποδώσουμε στον Θεό ό,τι μας προσέφερε, όσο κι αν στη θρησκευτική ζωή φαντασιωνόμαστε ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Υπάρχει και η μετάνοια για ό,τι δεν μπορέσαμε. Και η μετάνοια προϋποθέτει ταπείνωση.  Επίγνωση του χρέους μας και έκκληση στην μακροθυμία του Θεού. Όμως συχνά ο εγωισμός μας και η αίσθηση ότι εμείς είμαστε οι κριτές του εαυτού μας και του κόσμου, δεν μας επιτρέπουν να μετανοήσουμε για ό,τι δεν μπορέσαμε. Εμμένουμε στην αίσθηση ότι δεν χρωστούμε σε κανέναν ή, ακόμη χειρότερα, έχουμε διαίωμα να κάνουμε ό,τι θέλουμε με τα τάλαντά μας, διότι δεν είμαστε διαχειριστές τους, αλλά μας ανήκουν.
            Ο Θεός αγαπά απροϋπόθετα. Και η μακροθυμία Του είναι δεδομένη. Έτσι είναι πρόθυμος να μας δώσει δεύτερες ευκαιρίες. Να μας ανεχτεί και τελικά να μας συγχωρήσει. Εκεί όμως έρχεται το δεύτερο κλειδί για να κατανοήσουμε ότι η ευθύνη μας κρίνεται από την δύναμη της αγάπης. Διότι οι άνθρωποι αλληλο-οφείλουμε στους συνανθρώπους μας. Όπως τα αναξιοποίητα χαρίσματά μας δημιουργούν βάρη ενώπιον του Θεού, έτσι και έναντι των ανθρώπων. Άλλοτε οφείλουμε, άλλοτε μας οφείλουν. Η μακροθυμία του Θεού όμως θα κριθεί από τη δική μας μακροθυμία. Από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε το χρέος των άλλων έναντί μας. Θα είμαστε συγχωρητικοί και αγαπητικοί ή θα είμαστε απαιτητικοί, δίκαιοι, αχάριστοι και αγνώμονες έναντι του Θεού που μακροθυμεί για να μακροθυμήσουμε κι εμείς έναντι της εικόνας Του που είναι ο συνάνθρωπος; Κι ενώ έναντι του Θεού ζητούμε αγάπη, έναντι των άλλων ζητούμε δικαιοσύνη. Απέναντι στον Ισχυρό παρακαλούμε. Απέναντι στον αδύναμο απαιτούμε και συντρίβουμε. Μόνο που αν επιλέξουμε αυτήν την οδό, τότε οδηγούμε και τον Θεό σ’ αυτήν την επιλογή. Της δικαιοσύνης. Θα μας αφαιρεθούν λοιπόν τα τάλαντα και θα μας απαιτηθεί να πληρώσουμε τα χρέη μας. Και τότε τίποτε δεν θα μπορεί να μας σώσει.
                Ταυτίζοντας την αυτοεκτίμηση με την αυτοδικαίωση απαιτούμε από τους άλλους να αναγνωρίσουν την αξία μας, διότι το δικαιούμαστε. Όταν κάποτε τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά για μας στις σχέσεις μας μαζί τους, αναφωνούμε: «Τι έκανα και κανείς δεν μου δίνει σημασία; Κανείς δεν με αναγνωρίζει; Τι μου λείπει;». Για να πιστέψουμε στον εαυτό μας, απαιτούμε την ανταπόδωση. Την δόξα των ανθρώπων. Μετράμε τις σχέσεις μαζί τους με βάση τι μας δίνουν και τι τους δίνουμε. Όμως ο δρόμος του Θεού είναι ο δρόμος της αγάπης. Και μέσα από την αγάπη εκτιμούμε αληθινά τον εαυτό μας, διότι εκτιμούμε τον Θεό που μας αγαπά και μέσω των ταλάντων που μας έδωσε, αλλά και μέσω της μακροθυμίας Του η οποία είναι άπλετη σε όσους την ζητούνε. Ας έχουμε επίγνωση του χρέους της αγάπης. Και εφόσον καταλαβαίνουμε ότι μπορούμε να προσφέρουμε, βγαίνοντας από τον εαυτό μας και παραιτούμενοι από την εξέταση της σχέσης μας με τον πλησίον στην προοπτική μόνο της δικαιοσύνης, ας είμαστε βέβαιοι για τον Θεό. Και τότε η εκτίμηση στον εαυτό μας θα είναι αυθεντική. Διότι μας δίδεται η δυνατότητα μέσω της ταπείνωσης και της μετάνοιας να συνειδητοποιούμε ότι αυθεντική αξία δίνει στον εαυτό του  αυτός που έχει νόημα Θεού στη ζωή του!

TO ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 20/08/2017 (ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΝ)


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ   Κατά Ματθαίον (ιη΄ 23-35)
Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολήν ταύτην·
Ωμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ.
Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.
Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.
Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.
Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ.
Το καθήκον να συγχωρούμεν αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστον. Δι' αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθή με ένα βασιλέα, που ηθέλησε να λογαριασθή με τους δούλους του, στους οποίους είχεν εμπιστευθή την διαχείρισιν των οικονομικών του. Εκεί δε που ήρχισε να εξετάζη τους λογαριασμούς, του έφεραν βιαίως έναν, που του χρεωστούσε το τεράστιον πόσον των δέκα χιλιάδων ταλάντων. Επειδή δε δεν είχε να επιστρέψη όσα χρεωστούσε, διέταξε ο κύριός του να πωληθή ως δούλος αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, δια να εξοφληθή έτσι έστω και μέρος από το χρέος. Έπεσε τότε κατά γης ο δούλος εκείνος, τον επροσκυνούσε και έλεγε· “Κυριε, δείξε επιείκειαν και μακροθυμίαν εις εμέ και όλα όσα σου χρεωστώ, θα σου τα πληρώσω”. Εφάνη δε σπλαγχνικός ο Κυριος του δούλου εκείνου, τον αφήκεν ελεύθερον και του εχάρισεν όλον το χρέος. Αλλ' εκείνος ο δούλος όταν εβγήκεν έξω, ευρήκε ένα από τους συνδούλους του, ο όποιος του χρεωστούσε το μηδαμινόν ποσόν των εκατό δηναρίων. Αμέσως τον έπιασε και τον επίεζε κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον λέγων· Πλήρωσέ μου ο,τι μου χρεωστάς. Έπεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος εις τα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγων· Δείξε σε μένα επιείκειαν και μακροθυμίαν και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα. Αυτός δε δεν ήθελε να ακούση τίποτε, αλλά επήγε και τον κατήγγειλε εις τας αρχάς και τον έβαλε εις την φυλακήν, έως ότου πληρώση το χρέος του. Οι άλλοι σύνδουλοί του, όταν είδαν αυτά που έγιναν, ελυπήθηκαν πάρα πολύ και ελθόντες στον κύριόν των του διηγήθηκαν με ακρίβειαν όλα τα γεγονότα. Τότε εκάλεσε αυτόν ο κύριός του και του είπε· Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιον εκείνο χρέος σου το εχάρισα, διότι με παρεκάλεσες. Δεν έπρεπε και συ να λυπηθής και να ελεήσης τον σύνδουλό σου, όπως εγώ ο Κυριος σου σε ελυπήθηκα και σε ελέησα; Και οργισθείς ο κύριός του τον έβαλε εις την φυλακήν και τον παρέδωκε στους βασανιστάς, δια να τον βασανίζουν, μέχρις ότου εξοφλήση όλον το χρέος του. Έτσι και ο Πατήρ μου ο επουράνιος θα κάμη εις σας εάν δεν συγχωρήτε ο καθένας στον αδελφόν του, με όλην σας την καρδιά, τα πταίσματα, που έχει κάμει απέναντί σας”

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Η αισιοδοξία αποτελεί το φωτοστέφανο της χριστιανικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής ιστορίας. Αισιόδοξος ήταν ο Θεμελιωτής του Χριστιανισμού, ο πιο Αισιόδοξος από όλους τους αισιόδοξους στον κόσμο. Παρέμενε αισιόδοξος και όταν εγκαταλειμμένος από όλους προσευχόταν μόνος στον Θεό, εκείνη την μοιραία νύχτα πριν αρχίσει η τραγωδία. Και τότε που τον σύρανε από τον  Ηρώδη στον Πιλάτο χλευάζοντάς τον. Και τότε που Του έβαλαν αγκάθινο στεφάνι, που Του έσχιζε το θεϊκό Του κεφάλι, και τότε όταν υπό το βάρος του Σταυρού έβγαινε έξω από τα  Ιεροσόλυμα, που Τον αποχαιρετούσαν με γέλια, με κατάρες και με τον ήχο των αδύναμων δακρύων των γυναικών. Και τέλος όταν το ποτήρι της πίκρας ξεχείλισε και εισήλθε στην ιστορία η λέξη Γολγοθάς, πάλι παρέμεινε αισιόδοξος
.
Αισιόδοξοι ήταν και οι Χριστιανοί μάρτυρες. Αφού οι μάρτυρες και οι μεγαλομάρτυρες ήταν αισιόδοξοι, πώς εμείς να είμαστε απαισιόδοξοι; Αισιόδοξοι ήταν όσοι στα ρωμαϊκά στάδια πάλεψαν με άγρια θηρία, για να διασκεδάσει ο Καίσαρας. Αισιόδοξοι ήταν όσοι καίγονταν στην πίσσα στις πλατείες για την ψυχαγωγία του Καίσαρα και των γυναικών του. Αισιόδοξοι ήταν όσοι γύριζαν δεμένοι στον τροχό και όσοι θάφτηκαν ζωντανοί στην γη. Αισιόδοξοι ήταν εκείνοι που δεν γνώρισαν την ισότητα ούτε την ελευθερία του τύπου.
Πώς λοιπόν εμείς να γινόμαστε απαισιόδοξοι; Γιατί να γινόμαστε απαισιόδοξοι; Οι μάρτυρες του Χριστιανισμού όταν καίγονταν στη φωτιά φώναζαν: «Εμείς και πάλι πιστεύουμε». Αυτοί και όταν τους έσχιζαν τα θηρία ψιθύριζαν: «Εμείς πάλι ελπίζουμε». Πάνω στον σταυρό, κλαίγοντας με λυγμούς έλεγαν: «Εμείς και τώρα σας αγαπάμε. Εμείς αγαπούμε την μαρτυρική ζωή μας και προσδοκούμε μια καλύτερη ζωή. Πιστεύουμε στον Ένα και Παντοδύναμο Θεό που κυβερνά τον ήλιο και μετρά όλους τους πόνους μας και όλες τις αδικίες των βασανιστών μας».
Αυτούς τους ανθρώπους που τους κλώτσησαν σαν άχρηστες πέτρες, τους πήρε ο Θεός, ο Κτίστης των πάντων, για να αποτελέσουν το θεμέλιο της Εκκλησίας Του.  Η Εκκλησία Του αποτελεί το μεγαλύτερο οικοδόμημα αισιοδοξίας που κτίστηκε στη γη.  Η αισιοδοξία του Χριστιανισμού δεν αποτελεί μια απλή πνευματική θεωρία, γιατί είναι δοκιμασμένη και τεκμηριωμένη.
Δεν θα μπορούσα να αποκαλέσω τον εαυτό μου Χριστιανό, εάν δεν ήμουν αισιόδοξος. Και αν αποκαλούσα τον εαυτό μου Χριστιανό και δεν ήμουν αισιόδοξος, δεν θα ήμουν ειλικρινής Χριστιανός. Και όλοι εσείς ματαίως αποκαλείσθε Χριστιανοί, εάν δεν είσθε αισιόδοξοι. Ο Χριστιανισμός αποτελεί το μέγιστο κάστρο αισιοδοξίας. Ο Χριστιανισμός θεμελιώνεται στην πίστη, την ελπίδα και την αγάπη. Γιατί αυτά τα τρία μόνο σώζουν: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη.
Η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη συναποτελούν την αισιοδοξία. Μόνο η αισιοδοξία μάς σώζει. Αν δεν έχουμε αισιοδοξία, δεν έχουμε πίστη. Χωρίς πίστη είμαστε σαν τα ζώα που σήμερα το πρωί σφαγιάστηκαν στο σφαγείο. Χωρίς την αισιοδοξία όλοι μας είμαστε ανάπηροι. Μεγαλύτερη αναπηρία έχει ο άνθρωπος χωρίς αισιοδοξία παρά ο άνθρωπος χωρίς πόδια.  Ο Θεός τα πάντα εν σοφία εποίησε. Στο πρόσωπο του αισιόδοξου καθημερινά πέφτουν οι ακτίνες του ηλίου, του ζεσταίνουν και του φωτίζουν την ψυχή, ενώ το πρόσωπο του απαισιόδοξου μένει χωρίς τον ήλιο, με αποτέλεσμα η ψυχή του να είναι κρύα και σκοτεινή. Ο πρώτος καθημερινά βλέπει τα λουλούδια, ενώ ο δεύτερος τον σκουπιδότοπο. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά δημιουργία χωρίς αισιοδοξία.
Αδελφοί μου, ας είμαστε αισιόδοξοι. Ας ατενίσουμε τον κόσμο μας την ημέρα, ας δούμε ψηλά στον ουρανό τη νύχτα και ας έχουμε πίστη στον Θεό.  Υπάρχει ο Δημιουργός, ο Πλάστης του κόσμου και Πατέρας μας.  Η σκέψη αυτή ας είναι η βάση της αισιοδοξίας μας. Κάθε σπόρος αφού σαπίσει, τότε βλαστάνει και γίνεται λουλούδι. Με τον θάνατο εμείς σαπίζουμε για να βλαστήσουμε στην άλλη ζωή. Επειδή είμαστε παιδιά ενός αθάνατου Πατέρα, γι’ αυτό είμαστε και εμείς οι ίδιοι αθάνατοι. Τι είδους Πατέρας θα ήταν αυτός που δεν θα δημιουργούσε παιδιά όμοια μ’ Αυτόν; Ποιος Πατέρας θα ζούσε δισεκατομμύρια χρόνια και θα είχε γιούς των οποίων η ζωή δεν διαρκεί ούτε εκατό χρόνια;
Ας είμαστε αισιόδοξοι επειδή κανείς δίκαιος δεν θα πάει στην κόλαση και ούτε ένας μη μετανοιωμένος αμαρτωλός στον παράδεισο. Ο άνθρωπος όμως για να κατορθώσει να εισέλθει στον παράδεισο, πρέπει πρώτα ο παράδεισος να εισέλθει μέσα του. Στην κόλαση οδηγείται αυτός που η κόλαση υπάρχει ήδη μέσα στην ψυχή του. Ο παράδεισος είναι αθάνατη χαρά και θεϊκή ανύψωση.  Η κόλαση είναι αιώνια λύπη και η γεμάτη ενοχές και τύψεις συνείδηση.  Η τιμωρία των αμαρτωλών και η ανταμοιβή των δικαίων είναι οι υψηλότεροι μαθηματικοί νόμοι της οικουμένης.
Ας είμαστε αισιόδοξοι, ακόμη και όταν ζημιωνόμαστε, γιατί η ζημιά μας δεν είναι ποτέ άστοχη και χωρίς λόγο. Τα βάσανά μας είναι σημαντικός παράγοντας στην συνολική πορεία ζωής της ανθρωπότητας. Τα βάσανά μας είναι μισθός με τον οποίο πληρώνουμε εισιτήριο για να εισέλθουμε στον τόπο τον οποίο φωτίζει ο Θεός με πολλούς ήλιους.
Ας είμαστε αισιόδοξοι ως Χριστιανοί, γιατί στην πίστη μας βρήκαν παρηγοριά και οι πιο απελπισμένοι. Ας σκεφτόμαστε αισιόδοξα, επειδή μόνον η αισιόδοξη σκέψη φθάνει μέχρι τον Θεό. Ας είμαστε αισιόδοξοι και με τα συναισθήματά μας, γιατί η αισιοδοξία είναι το φάρμακο της λύπης και η πηγή της αληθινής και αιώνιας χαράς. Ας είμαστε αισιόδοξοι και με τα έργα μας, επειδή τα καλά έργα μας συνυφαίνονται με τα έργα του Θεού, και διατηρούνται αιώνια όπως και τα έργα του Θεού. Ας είμαστε αισιόδοξοι γιατί και η ίδια η ζωή είναι αισιόδοξη και εμείς οι άνθρωποι είμαστε η πιο υψηλή έκφραση της ζωής.
Το να είναι κανείς αισιόδοξος σημαίνει να ζει και να εκτιμά δίκαια το δώρο της ζωής

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ



Τη μνήμη του Αγίου Ανδρέα του Στρατηλάτου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 19 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Οι στρατιώτες ήταν κυριευμένοι από φόβο, λόγω του ότι ο εχθρός ήταν πολυάριθμος και είχε πολλές νίκες στο ενεργητικό του. Η αρχηγία του μικρού σώματος στρατιωτών είχε ανατεθεί από τον αρχιστράτηγο Αντίοχο σε ένα γενναίο χριστιανό αξιωματικό, τον Ανδρέα.
Βεβαίωσε λοιπόν ο Ανδρέας τους στρατιώτες του πως ο θρίαμβος της νίκης θα είναι με το μέρος τους, αν όλοι με πραγματική πίστη επικαλεσθούν τον παντοδύναμο Θεό των χριστιανών.
Διότι όλα τα κατορθώματα των χριστιανών επιτυγχάνονται «σὺν τὴ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χρίστου» (Α’ προς Κορινθίους, ε’ 4). Με τη δύναμη, δηλαδή, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Πράγματι, τα λόγια του Ανδρέα ανύψωσαν το ηθικό των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να συντρίψουν το πολυπληθές στράτευμα του εχθρού. Ο Αντίοχος επαίνεσε δημόσια το κατόρθωμα αυτό, αλλά όταν έμαθε ότι οι στρατιώτες ειλκύσθηκαν από τον Ανδρέα στο χριστιανισμό, έστειλε 1000 στρατιώτες να τους αφοπλίσουν και να τους στείλουν στα σπίτια τους. Ο Ανδρέας, όμως, μετά από συζήτηση είλκυσε κι αυτούς στο χριστιανισμό.
Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, έστειλε ειδικό σώμα με έμπιστους αξιωματικούς και σκότωσε όλους τους χριστιανούς στρατιώτες. Ήταν στον αριθμό δύο χιλιάδες πεντακόσιοι ενενήντα τρεις (2593)!
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τη δυvαστεία, προσενήνοχας, ως στρατηγέτης, τω Παντάνακτι στρατόν θεοσύλλεκτον τύπος γαρ τούτων Ανδρέα γενόμενος, μαρτυρικώς συν αυτοίς ηνδραγάθησας. Μεθ’ ων πρέσβευε, Κυρίω τω σε δοξάσαντι, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

       
Τις ημέρες του Δεκαπενταυγούστου οι ναοί μας γεμίζουν από κόσμο. Το παρήγορο των τελευταίων χρόνων είναι ότι οικογένειες και νέοι εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν. Δίνεται έτσι μία μαρτυρία πίστης, η οποία αποτελεί σημάδι αντίστασης στην παρακμή των καιρών μας. Μπορεί να υπάρχει κόπωση και αδιαφορία από την πορεία των πραγμάτων, η αισιοδοξία να μη χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, ωστόσο δεν έχει χαθεί η παρηγοριά, η παράκληση την οποία αναζητούμε στην πίστη. Ιδίως το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου παραμένει σημείο αναφοράς. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι δε λησμονούμε ότι είναι η Μητέρα όλων των ανθρώπων. Αυτή η οποία όχι απλώς κυοφόρησε τον Θεό, αλλά συνεχίζει να πρεσβεύει με την προσευχή της και την αγάπη της να μη λυγίσουμε από «τα πάθια και τους καημούς» μας.
       Σε έναν από τους πιο όμορφους ύμνους της γιορτής της ψάλλουμε το «πεποικιλμένη τη θεία δόξη».  Την περιγράφουμε ως στολισμένη με το λαμπρό στολίδι της δόξας του Θεού, το οποίο της δίνει ξεχωριστή ομορφιά. Δεν την αφήνει στη συνήθεια και την μονοτονία, ούτε η δόξα της περνά, αλλά παραμένει αδιάπτωτη. Και καθώς φεύγει από τον κόσμο αυτό, δεν παραμένει στον τάφο, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά σώμα και ψυχή ενώνονται και πάλι και βρίσκεται ως ακέραιος άνθρωπος δίπλα στο Υιό και Θεό της. Εμείς όταν φεύγουμε από αυτή τη ζωή, προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού διά των ψυχών μας. Προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών, για να ζήσει και το σώμα μας την ακεραιότητα και την πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό. Η Παναγία όμως ζει ήδη αυτό τον τρόπο και είναι έτσι στολισμένη με την θεία δόξα.
      Οι νέοι ιδίως επιζητούν την δόξα. Στους καιρούς μας μάλιστα αυτή εύκολα αποκτιέται. Μετριέται με τα like στο Facebook ή τις καρδούλες στο Instagram. Με τον αριθμό των φίλων. Με το πόσοι ασχολούνται μ’ αυτούς, ασχέτως αν είναι για καλό ή για κακό. Με τις επιτυχίες. Με το να είναι κάποιος επίκεντρο της παρέας. Με τις ερωτικές κατακτήσεις. Με τα υλικά αγαθά. Το «έχειν» και το «φαίνεσθαι» εξασφαλίζουν την δόξα των ανθρώπων. Και οι νέοι των καιρών μας είναι αποφασισμένοι να φέροντα politically correct προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί από τους πολλούς. Να κάνουν αυτό που η κοινωνία προσδοκά από αυτούς, για να τους ανταμείψει με την εύφημο μνεία, κυρίως της εικόνας.
       Η δόξα αυτή όμως είναι εφήμερη. Δεν είναι μόνο ότι δε νικά τον θάνατο. Είναι ότι δεν εξασφαλίζει πληρότητα στην ύπαρξη. Ότι καλλιεργεί τον εγωκεντρισμό, με αποτέλεσμα αυτός που τη βιώνει, να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Η εντυπωσιοθηρία όμως, όπως και το κυνήγι της προβολής, όση απόλαυση κι αν δίνουν, εντάσσουν τον άνθρωπο στη λογική του ανταγωνισμού. Και τότε έρχεται κάποιος ισχυρότερος. Αντίθετα, η δόξα της Παναγίας είναι αιώνια, γιατί πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, την αρετή που έρχεται ως υπακοή στις θεϊκές εντολές, την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που δημιούργησε και ανέστησε τον κόσμο από το κακό. Είναι η δόξα της αγιότητας, η οποία δε νικιέται από τη φθορά και τον θάνατο.
          Αυτή τη δόξα ας ζητήσουμε, με τις πρεσβείες της, νεώτεροι και μεγαλύτεροι!
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ:ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ




Ο Θεός βλέπει από κοντά τις ταλαιπωρίες των παιδιών Του και τα παρηγορεί σαν καλός Πατέρας. Γιατί, τι νομίζεις, θέλει να βλέπη το παιδάκι Του να ταλαιπωρήται; Όλα τα βάσανά του, τα κλάματά του, τα λαμβάνει υπ’ όψιν Του και ύστερα πληρώνει.
Μόνον ο Θεός δίνει στις θλίψεις την αληθινή παρηγοριά. Γι’ αυτό, άνθρωπος που δεν πιστεύει στην αληθινή ζωή, που δεν πιστεύει στον Θεό, για να Του ζητήση το έλεός Του στις δοκιμασίες που περνάει, είναι όλο απελπισία και δεν έχει νόημα η ζωή του. Πάντα μένει αβοήθητος, απαρηγόρητος και βασανισμένος σ’ αυτήν την ζωή, αλλά καταδικάζει και αιώνια την ψυχή του.
Οι πνευματικοί όμως άνθρωποι, επειδή όλες τις δοκιμασίες τις αντιμετωπίζουν κοντά στον Χριστό, δεν έχουν δικές τους θλίψεις. Μαζεύουν τις πολλές πίκρες των άλλων, αλλά παράλληλα μαζεύουν και την πολλή αγάπη του Θεού. Όταν ψάλλω το τροπάριο «Μη καταπιστεύσης με ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα», καμμιά φορά σταματώ στο «αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου…».
Αφού δεν έχω θλίψη, πως να πω «θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι»; Ψέμματα να πω; Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη, γιατί, όταν ο άνθρωπος τοποθετηθή σωστά, πνευματικά, όλα αλλάζουν. Αν ο άνθρωπος ακουμπήση την πίκρα του πόνου του στον γλυκύ Ιησού, οι πίκρες και τα φαρμάκια του μεταβάλλονται σε μέλι.
Αν καταλάβη κανείς τα μυστικά της πνευματικής ζωής και τον μυστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται ο Θεός, παύει να στεναχωριέται για ό,τι του συμβαίνει, γιατί δέχεται με χαρά τα πικρά φάρμακα που του δίνει ο Θεός για την υγεία της ψυχής του. Όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού ζητάει συνέχεια από τον Θεό να του λευκάνη την ψυχή.
Όταν όμως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις δοκιμασίες κοσμικά, βασανίζονται. Αφού ο Θεός όλους μας παρακολουθεί, πρέπει να παραδίνεται κανείς εν λευκώ σ’ Αυτόν. Αλλιώς είναι βάσανο· ζητάει να του έρθουν όλα, όπως εκείνος θέλει, αλλά δεν του έρχονται όλα όπως τα θέλει, και ανάπαυση δε βρίσκει.
Είτε χορτάτος είναι κανείς είτε νηστικός, είτε τον επαινούν, είτε τον αδικούν, πρέπει να χαίρεται και να τα αντιμετωπίζη όλα ταπεινά και με υπομονή. Τότε ο Θεός συνέχεια θα του δίνη ευλογίες, ώσπου να φθάση η ψυχή του σε σημείο να μη χωράη, να μην αντέχη την καλωσύνη του Θεού. Και, όσο θα προχωράη πνευματικά, τόσο θα βλέπη την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα λειώνη από την αγάπη Του.

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΦΛΩΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΥΡΟΥ



Τη μνήμη των Αγίων Φλώρου και Λαύρου τιμά σήμερα, 18 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Οι Άγιοι Φλώρος και Λαύρος ήταν δίδυμα αδέλφια και ήταν άρρηκτα ενωμένοι δια της θερμής πίστεως και αγάπης που είχαν προς το Χριστό.
Κατάγονταν από το Βυζάντιο και είχαν διδαχθεί το χριστιανισμό και την τέχνη του λιθοξόου από τους Αγίους Πρόκλο (ή Πάτροκλο σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο) και Μάξιμο, οι όποιοι υπέστησαν και μαρτυρικό θάνατο για το Χριστό.
Μετά το θάνατο των διδασκάλων τους, ο Φλώρος και ο Λαύρος αναχώρησαν στην Ιλλυρία και διάλεξαν σαν τόπο διαμονής τους την πόλη Ουλπιανά. Στην πόλη αυτή εργάζονταν την τέχνη τους, αλλά συγχρόνως μέσω αυτής προσπαθούσαν για την εξάπλωση του Ευαγγελίου.
Εκεί υπήρχε και κάποιος Ιερέας ειδώλων, ονομαζόμενος Μερέντιος. Ο γιος αυτού Αθανάσιος από το ένα του μάτι έπαθε τύφλωση, που από την ιατρική επιστήμη δε βρήκε θεραπεία. Τότε πλησίασε τους δύο τεχνίτες αδελφούς, οι οποίοι με την επίκληση του ονόματος του Χριστού θεράπευσαν το μάτι του γιου του ειδωλολάτρη Ιερέα, με αποτέλεσμα να πιστέψουν και οι δύο στο Χριστό.
Αυτό μόλις το έμαθε ο έπαρχος Λύκων, συνέλαβε τους δύο αδελφούς και, αφού τους βασάνισε φρικτά, τους έριξε μέσα σε ένα πηγάδι, όπου και παρέδωσαν το πνεύμα τους. Έτσι, οι δύο τεχνίτες αδελφοί μπήκαν στην αιώνια πόλη, «ής τεχνίτης και δημιουργός ο Θεός» (Προς Εβραίους Επιστολή, ια’ 10). Της οποίας, δηλαδή, τεχνίτης και κτίστης είναι αυτός ο Θεός. Τα λείψανα αυτών τα συνέλεξαν πιστοί Χριστιανοί και τα μετέφεραν στη Βασιλεύουσα.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Ευσεβείας τοις τρόποις εγγυμναζόμενοι, του μαρτυρίου την τρίβον διαπεράτε καλώς, ως αυτάδελφοι κλεινοί Χριστόν δοξάσαντες, όθεν γεραίρομεν υμάς, ως γενναίους Αθλητάς, Φλώρε και Λαύρε βοώντες. Από παντοίας ανάγκης, ρύσασθε πάντας ημάς Άγιοι.

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Ο ΘΕΟΣ




Μέσα στην ευτυχία μας, στην καθημερινότητά μας ξεχνούμε τον . Όταν όλα μας πάνε καλά ξεχνούμε τις ευεργεσίες Του. Ακόμα και αυτήν την ευτυχία που έχουμε, ξεχνούμε ότι σ’Αυτόν την οφείλουμε. Τον θυμόμαστε ίσως σε κάποιες δύσκολες στιγμές. Τότε ίσως γονατίσουμε.
Πολλές φορές όμως γονατίζουμε και πάλι για να Τον κατηγορήσουμε.
Τον κατηγορούμε ότι μας ξέχασε, ότι δεν ενδιαφέρεται για μας.
Τον θυμόμαστε για να Τον κατακρίνουμε.
Τί φοβερό!
Και αφού Τον κατηγορήσουμε συνεχίζουμε την προσευχή μας, όχι για Τον γνωρίσουμε, όχι για να συναναστραφούμε μαζί Του, όχι για να καταλάβουμε, όχι για να φωτιστούμε, αλλά μόνο για να πάρουμε αυτό το «κάτι» απ’ Αυτόν.
Αυτό το «κάτι» που θεωρούμε ότι μας είναι απαραίτητο.
Αυτό το «κάτι» για το οποίο Τον κατηγορούμε ότι μας το στέρησε!
Τον αναζητούμε μόνο για να Τον χρησιμοποιήσουμε.
Τον θυμόμαστε δυστυχώς μόνο για να μας εκπληρώσει τα αιτήματά μας, για να Τον ελέγξουμε για την αδικία που υποστήκαμε από Αυτό, τον Απαθή και Πανάγαθο Θεό μας.
Και μετά, πάλι Τον ξεχνούμε.
Τον αφήνουμε στο πέλαγος της λήθης μας.
Παίρνουμε αυτό το «κάτι», λέμε ένα στεγνό «ευχαριστώ» και Τον παρατάμε· ή δεν το παίρνουμε και τότε Τον αναθεματίζουμε και Τον ξεγράφουμε μιας και καλή από την ζωή μας.
Δεν αντιλαμβανόμαστε τι κάνουμε.
Δεν καταλαβαίνουμε το λάθος μας.
Δεν συνειδητοποιούμε με Ποιον έχουμε να κάνουμε.
Κι όμως Εκείνος περιμένει.
Περιμένει να συνέλθουμε.
Περιμένει λοιπόν ο Θεός να δει τουλάχιστον μία πρόθεση από μέρους μας.
Λίγο φιλότιμο…
Στέκει ατάραχος και προσμένει.
Μας προσμένει, όχι γιατί μας έχει ανάγκη, αλλά γιατί μας αγαπά.
Είναι αυτό που λέγει ο γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης: «Όταν κάποιος με παρατηρεί με πολλή αγάπη αλλά εγώ κοιτάζω αλλού και δεν έχω καμία κοινωνία μαζί του, αυτός δεν μπορεί να με κάνει μέτοχο της αγάπης του.
Μπορεί μόνο να περιμένει με το χέρι υψωμένο, ώστε, μόλις του ρίξω το βλέμμα μου, αμέσως εκείνος να με προσκαλέσει και να έχω κοινωνία μαζί του.
Αλλά πόσες φορές μπορούμε εμείς οι άνθρωποι να το υπομείνουμε αυτό;
Το Πνεύμα το Άγιο όμως το κάνει· παραμένει σε αυτή την θέση ίσως και σε όλη την ζωή μας, περιμένοντας κάποτε να ελκύσει τα όμματα της καρδιάς μας».
Aρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΥΡΩΝΟΣ



Τη μνήμη του Αγίου Μύρωνος τιμά σήμερα, 17 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Μύρων μαρτύρησε όταν αυτοκράτωρ ήταν ο Δέκιος, το 250 μ.Χ. Καταγόμενος από πλούσια οικογένεια, θα μπορούσε να ζήσει άνετα, με όλα τα επίγεια αγαθά που θα επιθυμούσε.
Όμως η μεγάλη του αγάπη προς το Χριστό, έκανε το Μύρωνα να χειροτονηθεί Ιερέας. Αφιερώθηκε, λοιπόν, ολοκληρωτικά στο ποιμαντικό του καθήκον και δίδασκε, νουθετούσε και βοηθούσε το κάθε ένα μέλος του ποιμνίου του. Μεριμνούσε καθημερινά για τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά.
Κάποτε, ο έπαρχος Αχαΐας Αντίπατρος πήγε στον τόπο όπου λειτουργούσε ο Μύρων και συνέλαβε πολλούς χριστιανούς. Για να εκβιάσει λοιπόν το Μύρωνα, να αλλαξοπιστήσει, έφερε μπροστά του το ποίμνιο του και του είπε ότι, αν αυτός αρνηθεί το Χριστό, θα τους αφήσει όλους ελεύθερους.
Ο Μύρων μειδίασε και απάντησε: «Αν ήταν για τη σωτηρία των πνευματικών μου παιδιών, πρόθυμα θα έδινα τη ζωή μου. Τώρα όμως δεν πρόκειται γι’ αυτό. Ας δώσουν λοιπόν οι ίδιοι απάντηση».
Τότε όλοι μαζί φώναξαν: «Όχι. Μια ανθρώπινη ψυχή είναι ασύγκριτα πολυτιμότερη από μύρια σώματα και από τον κόσμο όλο. Ποιος λοιπόν από μας θέλει να δεχθεί, ώστε να χάσει την ψυχή του ο πνευματικός μας πατέρας, για να ζήσουν λίγο περισσότερο στον πρόσκαιρο αυτό κόσμο οι δικές μας σάρκες;».
Ο έπαρχος, εξοργισμένος από την απάντηση, αφού βασάνισε με φρικτό τρόπο το Μύρωνα, τελικά τον αποκεφάλισε.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ως θείον αλάβαστρον, των ιερών αρετών, πιστώς Ιεράτευσας, τη Εκκλησία Χριστού, και χαίρων ενήθλησας, όθεν τη ευωδία, των εν σοι χαρισμάτων, Μύρων Ιερομάρτυς, των παθών το δυσώδες, απέλασαν ανενδότως, εκ των ψυχών ημών.

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΣΥΓΧΩΡΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΓΑΠΩ!




  • Αποτέλεσμα εικόνας για συγχωρεση

    • 1). Όταν εκδικείσαι εξισώνεσαι μέ τόν εχθρό σου, όταν συγχωρείς μοιάζεις μέ τόν Θεό.
      2). Δέν μετρώ πόσες φορές πρέπει νά συγχωρώ τόν αδελφό μου. Θά τόν συγχωρήσω μιά γιά πάντα.
      3). Η συγχώρηση είναι τό άρωμα τής βιολέτας πάνω στό πόδι πού τήν συνθλίβει.
      4). Όταν λείπει από τήν ψυχή τό πνεύμα τής συγχωρητικότητος, ή προσευχή χάνει τό νόημά της.
      5). Όποιος δέν συγχωρεί τούς άλλους, σπάζει τήν γέφυρα από τήν οποία πρέπει νά περάσει ό ίδιος.
      6). Συγχώρα τούς άλλους συχνά, τόν εαυτό σου ποτέ.
      7). Όταν συγχωρούμε τούς άλλους, ανοίγουμε τόν δρόμο νά μάς συγχωρήσει.
      8). Κάθε άνθρωπος πρέπει νά έχει ένα νεκροταφείο. Εκεί μέσα θά θάβει τά σφάλματα καί τίς αδυναμίες τών άλλων.
      9). Όταν συγχωρείς δέν αλλάζεις τό παρελθόν, αλλά σίγουρα αλλάζεις τό μέλλον.
      10). Η ικανοποίηση πού προέρχεται από τήν εκδίκηση, δέν διαρκεί παρά μιά στιγμή, ενώ ή ικανοποίηση πού προέρχεται από τήν συγνώμη είναι αιώνια.
      11). Νά συγχωρείς καί νά ξεχνάς. Όταν θάβεις ένα ψόφιο σκυλί, δέν είναι ανάγκη νά αφήσεις τήν ουρά του έξω από τό χώμα
      12). Εάν ό αναμάρτητος Χριστός συγχωρούσε τούς άλλους, πώς μπορώ εγώ ό αμαρτωλός νά μήν κάνω τό ίδιο;
      13). Συγχωρώ σημαίνει ΑΓΑΠΩ !!!!!

      ΕΓΙΝΕ Η ΘΛΙΨΗ Ο "ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΟΥ...



      Τόσα χρόνια παρέα με την θλίψη και τον φόβο, έφτιαξες μια εικόνα εαυτού, που πλέον δεν ξέρεις να ζει χωρίς αυτές. Ναι, λες «θέλω να γίνω καλά, να απαλλαγώ....», μα δεν ξέρεις άλλο τρόπο να ζήσεις. Η θλίψη και εσύ, ο φόβος και εσύ, έχετε γίνει ένα, που δίχως τους δεν υπάρχεις. Δεν γνωρίζεις άλλη ζωή έξω από αυτά τα συναισθήματα. Δεν ξέρεις να ζείς χαλαρά, ήρεμα, γιατί μια ζωή μάχεσαι. Ούτε την χαρά ξέρεις τι να την κάνεις γι αυτό και την σκοτώνεις κάθε που θα έρθει να σε βρει.
      Εάν εξαφανιστούν θα νιώσεις ένα κενό, μια απώλεια, όπως αυτή που νιώθουμε όταν χάνουμε κάτι ή κάποιον πολύ δικό μας. Το ξέρω, οτι τώρα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές λες, «ναι έτσι είναι....» όμως αμέσως το Εγώ σου, ο νους σου, αμύνεται και απαντάει, «μα τι βλακείες λέει αυτός; ....».
      Σώπασε το νου. Αυτός κάθε φορά που επιθυμείς κάτι να αλλάξεις στην ζωή σου, θα βρίσκει δεκάδες λογικοφανείς αιτίες για να μην κάνεις τίποτε. Πόσο όμορφα το έλεγε ο Άγιος Πορφύριος, «όταν θες να αλλάξεις μην το λες ούτε στον εαυτό σου, γιατί το ακούει ο κρυφός αντίθετος εαυτός και σε εμποδίζει...».
      Άκουσε λοιπόν την καρδιά σου, και θα δεις, οτι έχει αλήθεια μέσα. Μάθαμε να ζούμε με την θλίψη και τον φόβο. Αναλάβαμε αυτό τον ρόλο στην ζωή και ανεβήκαμε να παίξουμε το δράμα μας στην σκηνή του κόσμου. Δεν είναι κακό να είσαι «ηθοποιός», αλλά να ξέρει να διακρίνεις, άλλο πράγμα ο ρόλος και άλλο εσύ. Εσύ δεν είσαι ο ρόλος σου, ο φόβος και η θλίψη σου, αλλά κάτι βαθύτερο. Είσαι εικόνα Θεού. Πλάσθηκες για την χαρά που υπάρχει μέσα σου, εκεί που την άφησε ο Θεός και καλείσαι εσύ να την βρεις ....

      ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΜΗΔΟΥΣ


      Τη μνήμη του Αγίου Διομήδους τιμά σήμερα, 16 Αυγούστου, η Εκκλησία μας. Ο Άγιος Διομήδης γεννήθηκε στην Ταρσό της Κιλικίας και σπούδασε την ιατρική επιστήμη. Η επιστημονική του γνώση δεν τον έκανε υπερήφανο, αλλά διατήρησε την ευσέβεια, στην οποία τον ανέθρεψαν οι γονείς του.
      Και όπως ο Κύριος, ο Ιατρός των σωμάτων και των ψυχών των ανθρώπων, «ελάλει αυτοίς περί της βασιλείας του Θεού, και τους χρείαν έχοντας θεραπείας ιάσατο» (Λουκά, θ’ 11) μιλούσε δηλαδή σ’ αυτούς για τη βασιλεία του Θεού και γιάτρευε εκείνους που είχαν ανάγκη θεραπείας, έτσι και ο Διομήδης, μιμούμενος τον Κύριο του και Θεό του, εξασκούσε αφιλοκερδώς και φιλάνθρωπο το ιατρικό του επάγγελμα.
      Συγχρόνως, όμως, με τη θεραπεία των σωμάτων, ο Διομήδης κήρυττε με θέρμη στους ασθενείς και τη σωτηριώδη αλήθεια του Ευαγγελίου και βοήθησε πολλές ψυχές να οδηγηθούν στο Σωτήρα Χριστό.
      Ο θείος ζήλος έφερε το Διομήδη μέχρι τη Νίκαια της Βιθυνίας. Όπου και εκεί θεράπευε ασθενείς, και την πίστη δίδασκε και καλλιεργούσε. Όταν όμως άρχισε ο διωγμός του Διοκλητιανού κατά των χριστιανών, η θεοκίνητη δραστηριότητα του Διομήδη καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα. Τότε αυτός διέταξε να συλλάβουν το Διομήδη.
      Άλλα πριν συλληφθεί, ο Θεός τον κάλεσε κοντά Του και οι απεσταλμένοι στρατιώτες τον βρήκαν νεκρό. Και όμως, έτσι νεκρό τον αποκεφάλισαν!
      Απολυτίκιο:
      Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
      Των σωμάτων τας νόσους θεραπεύων Διόμηδες, και ψυχών την ρώσιν εν λόγω, αληθείας εβράβευες, την θείαν ειληφώς γαρ δωρεάν, τοις πάσχουσι ποικίλως βοηθείς, και Μαρτύρων ταίς ακτίσι καταυγασθείς, σώζεις τους εκβοώντας σοι, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού πάσιν ιάματα.

      Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

      ΠΑΝΑΓΙΑ: ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ




      Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι για μας τους χριστιανούς ένα αληθινό θεομητορικό πανηγύρι αφιερωμένο στη Μητέρα του Θεού και Μητέρα όλων των χριστιανών.
      Την ημέρα αυτή γιορτάζουμε την Κοίμηση της και την αγία μετάσταση της από τη γη στον ουρανό κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας. Ομολογούμε λοιπόν με πανηγυρικό τρόπο την εν σώματι παρουσία της Παναγίας στον ουρανό πλησίον του Υιού της.
      Αυτό ακριβώς είναι η πηγή της χαράς και η αιτία της σωτηρίας μας. Η πρωτοκαθεδρία της Θεοτόκου στην θριαμβεύουσα Εκκλησία εξασφαλίζει την επίγεια Εκκλησία με τη διαρκή μεσιτεία και μητρόθεη παρουσία της. Για το λόγο αυτό η γιοτή της Κοιμήσεως είναι το επιστέγασμα όλων των θεομητορικών γιορτών, γιατί αποτελεί την επίσημη έναρξη του μεσιτευτικού έργου της Παναγίας υπέρ του κόσμου.
      Πράγματι το βασικό και κύριο έργο της Θεοτόκου εν ουρανοίς είναι η ακατάπαυστη πρεσβεία και παράκληση για τα παιδιά της που άφησε στον κόσμο, Είναι δε τόσο αποτελεσματικό το έργο της, ώστε κατορθώνει να γκρεμίσει το μεσότοιχο της έχθρας και να ενώσει τα επίγεια με τα ουράνια, όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
      Οι χριστιανοί γνωρίζουν το αμετάθετο της μεσιτείας της, γι’ αυτό την αποκαλούν «μεσίτρια», και αυτός ο χαρακτηρισμός δεσπόζει μέσα στις θεομητορικές γιορτές. «Και σε μεσίτρια έχω προς τον φιλάνθρωπο Θεόν, μη μου ελέγξεις τας πράξεις ενώπιων των αγγέλων. Παρακαλώ σε , Παρθένε, βοήθησον μοι εν τάχει».
      Το ίδιο συγκινητική είναι και η προσευχή προς την Παναγία στην ακολουθία του Αποδείπνου. « Η των απελπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων η βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων και πάντων των χριστιανών το καταφύγιον».
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας γεμάτοι από σεβασμό, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για την κραταιά σκέπη της Θεοτόκου, μας διδάσκουν να έχουμε αδιάσειστη πίστη στην μητρική παρουσία της. Ο Η. Μηνιάτης λέγει: «… μίαν μεσιτείαν, έναν λόγο, ένα νεύμα να κάμης προ του Υιόν σου δι’ εμέ, εγώ είμαι σωσμένος. Μαρία όποιος εις σε ελπίζει, αδύνατον είναι να χαθή».
      Η Παναγία λοιπόν είναι το καταφύγιο μας και προσφέρει τα αιώνια αγαθά στον κόσμο. Με τη δική της πρεσβεία οι άνθρωποι και οι άγγελοι δέχονται τη χάρη. Αυτήν την πρεσβεία επιζητούμε και εμείς με μεγαλύτερη επιμονή και ελπίδα την ημέρα αυτή της γιορτής της, γεμίζοντας τις Εκκλησίες και ψάλλοντας με την ψυχή μας το «σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου».

      Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ



      Στην Καινή Διαθήκη ο θάνατος ονομάζεται και κοίμησις, τα δε νεκροταφεία «κοιμητήρια». Διά τους πιστούς ο θάνατος είναι ύπνος. Διότι όπως το βράδυ βγάζει κανείς τα ρούχα του και κοιμάται για να ξυπνήση το πρωί με ακμαίες δυνάμεις και να τα ξαναφορέση, έτσι και στο θάνατο. ο άνθρωπος αφήνει το σώμα του, για να το ξαναφέρη σ την Άνάστασι των νεκρών, κατά την Δευτέραν Παρουσίαν του Χρίστου και να ζήση εις εύτυχέστερον κόσμον.
      Σ την γλώσσα της Χριστιανωσύνης και ο θάνατος της Παναγίας ονομάζεται Κοίμησις. Πότε όμως έκοιμήθη η Θεοτόκος; η Παράδοσις και οι γραπτές μαρτυρίες, που σωθήκανε λένε, ότι η Παναγία έζησε ένδεκα χρόνια μετά την Ανάληψι τού Κυρίου.
      Τριών ετών επήγε εις τον Ναόν. Στα δεκαέξη εμνηστεύθη τον Ιωσήφ. Στα 49 ανελήφθη ο Κύριος. Και στο εξηκοστόν έκοιμήθη.
      Έζησε δε πάντα Στα «Ιεροσόλυμα, εκεί που ο Θεάνθρωπος θυσιάσθηκε για τή σωτηρία της άνθρωπότητος και έθριάμβευσε με την ένδοξον Άνάστασίν του…
      Η Παναγία ανέβαινε συχνά στο όρος των Ελαιών, από το όποιον άνελήφθη ο Κύριος. Εκεί με ιερή συγκίνησι προσευχόταν στον Ουράνιο Πατέρα και στον Υιόν της.
      Πάντοτε έφερνε στον νουν της τις μεγάλες εκείνες ώρες τού Ιησού και δάκρυα ευγνωμοσύνης κυλούσανε από τα θεία της μάτια…
      Τρεις ημέρες, προτοϋ κοιμηθή, ειδοποιήθηκε η Παρθένος από Άγγελο του Ουρανού για την κοίμησί της. Λέγεται, ότι ο Άγγελος, πού της έφερε την αγγελία της κοιμήσεως, ήτανε και πάλιν ο Γαβριήλ, ο όποιος άλλοτε της είχε φέρει το μεγάλο μήνυμα τού Ευαγγελισμού και της είχε ε’ιπή το «Χαίρε Κεχαριτωμένη…». ο Ουρανόσταλτος Άγγελος της είπε τώρα να μή ταραχθή, άλλά να δεχθή με εύφροσύνην και το νέο μήνυμα της κοιμήσεως της, διότι την προσμένει η αθάνατη ζωή πλησίον τού Υίοϋ της.
      Καμμία ταραχή και καμμία λύπη δεν ταράζει τότε την καρδιά της Παρθένου. Αλλά αντιθέτως πλημμυρίζει από χαρά και επιθυμία πότε θα βρεθή κοντά στον Χριστόν.
      Προτού, λοιπόν, ανακοίνωση πουθενά τίποτε για το θείο άγγελμα,, ανέβηκε για τελευταία φορά στο όρος των Έλαιών, για να κάνη την προσευχή της. Λένε, ότι στο άνηφόρισμά της τα δε νδρα την ύποδεχτήκανε με χαμηλωμένα τα κλαδιά τους και σκυμμένες τις κορυφές τους. Στο γεγονός αυτό δίδεται η έξήγησις πού λέει, ότι και η άψυχος φύσις με θεία δύναμι έδειξε σεβασμό σ την Αγνή Μητέρα, πού ανάλωσε όλη της την ζωή στο θέλημα τού Θεού.
      Μετά την προσευχή της στο όρος, επέστρεψε και πάλι στα Ιεροσόλυμα, όπου άρχισε να έτοιμάζη τα απαραίτητα, διά τον ενταφιασμό της. Άναψε φώτα και λαμπάδες στο σπίτι της και κάλεσε τις γνωστές φίλες της Χριστιανές, στις όποιες άνεκοίνωσε το μήνυμα της κοιμήσεως της. Εκείνες κλάψανε για το χωρισμό.
      Εκεί, ύστερα από λίγο, συναθροίσθησαν θαυματουργικά οι Απόστολοι εκ περάτων της γης, τούς άρπαξε θείο σύννεφο και τούς έφερε αιθέριους στή Γεθσημανή, στο σπίτι της Θεοτόκου. Στη θέλησι του Παντοδυνάμου Θεού τίποτε το αδύνατον!
      Μαζί με τούς άλλους μαθητές και Αποστόλους τού Χριστού το σύννεφο έφερε στην Άγια Πόλι και τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον Άγιο Ιερόθεο, τον Απόστολο Τιμόθεο και άλλους θεοσόφους Τεράρχες.
      Επειδή, λοιπόν, οί συγκεντρωθέντες άρχισαν να κλαίνε, μόλις μάθανε, ότι πλησιάζει η έκδημία της Θεοτόκου, Εκείνη τούς είπε:
      —Ω φίλοι και μαθηταί του Ιησού και Θεού μου, μή κάνετε πένθος και λύπη την χαρά μου, αλλά ενταφιάστε το σώμα μου, όταν θα έλθη η στιγμή να κοιμηθώ.
      Και σε λίγο να! Φθάνει, λέγουν, εκεί και ο φλογερός κήρυκας του Ευαγγελίου, ο Απόστολος τών Εθνών Παύλος ο όποιος με σεβασμό χαιρετάει την Παρθένο και της πλέκει το εγκώμιο.
      Έπειτα, μέσα σέ μιά ατμόσφαιρα κατανυκτικής σιγής, η Θεοτόκος αποχαιρετάει όλους και παρακαλεί τον Θεό, για την ειρήνη τοϋ κόσμου.
      Παίρνει κατόπιν την νεκρική στάσι στο «νεκροκρέββατο» και η θεία της πνοή, η ολόφωτη και Πάναγνη ψυχή της, πετάει προς τον Ουρανό. Ανηφορίζει στον θρόνο τού Θεοϋ, κοντά στο Υιό της.
      Ύστερα άπ’ αυτό γεμάτοι από θεία και ιερή συγκίνησι οί μαθητές και Απόστολοι τοϋ Χρίστου και πλήθος Χριστιανών κηδέψανε το Άγιο Σώμα της.
      Η κηδεία της ήτανε μιά πομπή κατανυκτική. Οι Απόστολοι κρατούσανε το φέρετρο, ενώ άλλοι προχωρούσανε μπροστά, ψάλλοντες ύμνους. Καί πάνω άπό τις ανθρώπινες φωνές ακουγόταν καί κυριαρχούσε μιά αόρατη Ουράνια ψαλμωδία. «Ητανε οί αρμονικές φωνές τών Αγγέλων καί τών Ασωμάτων Δυνάμεων.
      Οί φθονεροί όμως άρχοντες τών Ιουδαίων, οί πάντοτε εχθροί τού Χρίστου καί της Πανα¬γίας, ώργάνωσαν μερικούς άπό το πλήθος εναντίον της νεκρικής πομπής καί τούς παρεκίνησαν να πετάξουν κάτω στή γη το Αγιο Σκήνος της Παρθένου. Συνέβη όμως τότε ένα θαυμαστό γεγονός:
      Ο Κύριος δε ν ήταν δυνατόν ν’ αφήση το άγιο Σώμα της Μητέρας Του, το «Θεοδόχον Σώμα» να πεταχτή από τούς ασεβείς στο δρόμο. η θεία Δίκη πρόλαβε εκείνους, πού τολμήσανε ν’ ασεβήσουν καί τούς τύφλωσε!
      Ένας δε Εβραίος άπό τον άγριο εκείνο συρφετό, πού με θράσος άρπαξε το φέρετρο, είδε πιό φανερή την θεία τιμωρία. Όχι μονά¬χα τυφλώθηκε, άλλά καί τα ασεβή χέρια του κοπήκανε και μείνανε να νοιώση συντριβή ψυχής, να πιστέψη στο Χριστό και ν’ αναγνώριση την Παναγία, Μητέρα τού Κυρίου.
      Ύστερα άπ’ αυτό θεραπεύτηκε. Λένε μάλιστα, πως εκείνος πήρε από το φόρεμα της Παναγίας ένα μικρό κομμάτι, με το όποιο γιατρεύτηκαν έπειτα καί όλοι όσοι τιμωρήθηκαν με τύφλωσι την ημέρα εκείνη. με το κομμάτι εκείνο τού ιματίου της τούς άγγιξε ο θεραπευθείς στα τυφλωμένα μάτια τους, και όλοι, αφού πίστεψαν, γιατρεύτηκαν.
      Περί Μεταστάσεως
      Ή εκκλησιαστική Παράδοσις ομιλεί καί περί «μεταστάσεως» της Θεοτόκου…
      Μετά τον ενταφιασμό της Παναγίας οί άγιοι Απόστολοι παρέμειναν λίγες μέρες εις το χωρίον Γεθσημανή.
      Έκεί —σύμφωνα με την Παράδοση— ήκουον συνεχώς επί τριήμερον ύμνους και αγγελικός μελωδίας. Όταν έγινε ο ενταφιασμός της Παναγίας ένας έκ των Αποστόλων απου¬σίαζε. Έφθασε στην Γεθσημανή τρεις ήμερες μετά την ταφή της.
      Τότε οι άλλοι Απόστολοι άνοιξαν τον τάφο της Παναγίας για να προσκύνηση και ο απόστολος πού απουσίαζε, το Θεοδόχο Σώμα της.
      Όλοι όμως στο άνοιγμα έμειναν κατάπληκτοι. Ο τάφος ήτανε άδειος! Είχε μονάχα την σινδόνα! η Θεοτόκος είχε μεταστή εκ του τάφου.
      Η Ορθόδοξος Εκκλησία σέβεται την Παράδοσιν της μεταστάσεως της Θεοτόκου και θεωρεί αυ την ως «Μυστικόν Δόγμα», όπως λέγει ο «Αγιος Νικόδημος το όποιον δε ν «δύναται να δημοσιευθή έπ’ Εκκλησίας».
      Αντιθέτως, ο παπισμός την ευσεβή παράδοσιν περί ενσωμάτου μεταστάσεως η αναλήψεως της Θεοτόκου εις τον ούρανόν, την άνήγαγεν πραξικοπηματικώς εις δόγμα, κάνοντας χρήσιν τού αυθαιρέτου παπικοϋ αλάθητου.
      Τό νέον αυτό δόγμα άνεκήρυξεν ο πάπας Πίος ΙΒ’, την Ιην Νοεμβρίου 1950 και το επεκύρωσε εν συνεχεία με παπική βούλλαν, η οποία μεταξύ άλλων ορίζει:
      «Τυγχάνει υπό του Θεού αποκαλυφθέν δόγμα, ότι η Αμίαντος και Αειπάρθενος Θεομήτωρ, μετά την έπί γης ζωήν αυτής, μετέστη έν σώματι και ψυχή εις την ούράνιον δόξαν». Αλλά αυτό είναι άνήκουστον, διότι όπως λέγουν και πολλοί παπικοί, οί πρώτες πληροφορίες περί της μεταστάσεως δε ν προέρχονται άπό την Γραφήν και την Αποστολικήν Παράδοσιν, αλλά άπό τα απόκρυφα του 4ου αιώνος, τα όποια δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ώς σοβαρόν θεμέλιον δόγματος.
      Απαραίτητος προϋπόθεσις του δόγματος είναι να αναφέρεται τοϋτο μόνον εις την Αγίαν Γραφήν, εις την Αποστολικήν Παράδοσιν και εις την Έκκλησιαστικήν δογματικήν Παράδοσιν, η οποία περιέχεται εις την συμφωνίαν τών Ιερών Συνόδων και των θεοφόρων Πατέρων, πράγμα το όποιον δε ν συμβαίνει με το θέμα της Μεταστάσεως. Δι’ αυτό και ή
      Όρθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει το νέον παπικόν δόγμα, την παπικήν αυ την αύθαιρεσίαν…
      «Έν τιμή έστω Μαρία»
      Η Ορθόδοξος Εκκλησία δε χεται την όρθήν άποψιν καί απορρίπτει τις υπερβολές. Ακολουθεί την Αποστολική Παράδοσι καί απαγορεύει την λατρευτική προσκύνησι, η την λατρεία της Θεοτόκου. Στο σημείο αυτό είναι σύμφωνος με την γνώμη τού Άγιου έπιφανίου, ο όποιος λέγει: «Την Μαρίαν μηδείς προσκυνείτω». Δηλαδή να μήν την λατρεύη κανείς σάν Θεά. Διότι η λατρεία ανήκει Μόνον στην Αγία Τριάδα: τον Πατέρα, τον Υίόν καί το Άγιον Πνεύμα. Στην Παναγία επιβάλλεται η τιμητική προσκύνησις. ο Άγιος Έπιφάνιος λέγει: «Έν τιμή εστω Μαρία».
      Τέτοια τιμητική προσκύνησις ανήκει σε όλους τους Άγιους. Ξεχωριστά όμως καί τιμητικώτερα στην Παναγία, η Οποία έγινε Μητέρα του Θεού. Ο Υιός είναι Θεός, η Μητέρα είναι άνθρωπος. Άλλη είναι η δόξα τού Θεού και άλλη η δόξα της Παναγίας.
      Έτσι η Όρθόδοξος Εκκλησία χαράζει τον σωστό δρόμο. Ακολουθεί την Βασιλική όδό. Όχι της λατρευτικής, άλλά της τιμητικής προσκυνήσεως της Παναγίας. δε ν δε χεται την Μαριολατρεία τών Παπικών, άλλά απορρίπτει καί την ακρότητα τών Προτεσταντών.
      Ή Παναγία πρεσβεύει εις τον Υίόν της υπέρ ημών. «Ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Εις μεσίτης μεταξύ Θεού καί ανθρώπων ο Ίησοϋς Χριστός. η Παναγία πρεσβεύει, δε εται στον Υίόν Της Θεόν, για την σωτηρία τών αμαρτωλών. Διότι όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «Πολλά ισχύει δέησις Μη¬τρός προς ευμένειαν Δεσπότου».
      Δι’ αυτό πιο κάτω καί εμείς παραθέτομεν τον Παρακλητικόν Κανόνα, διά να τον έχουν πρόχειρον οί πιστοί καί να τον λέγουν παντού καί πάντοτε.
      Ο τάφος της Παρθένου
      Ή Παναγία έκοιμήθη καί ετάφη Στα Ιεροσόλυμα, στο χωρίον Γεθσημανή. Ο τάφος της Θεομήτορος στην Γεθσημανή σώζεται και ανήκει στους Όρθοδόξους από τους χρόνους της Ελένης. Θεωρείται δε σπουδαία θρησκευτική κληρονομιά για την Όρθοδοξία.
      Οι Παπικοί ένοχλούνται πολύ από το γεγονός αυτό. Για αυτό σκεφθήκανε να το αμφισβητήσουν. Για ν’ αφαιρέσουν μάλιστα κάτι από την δόξα αυτή της Όρθοδοξίας, δημιουργήσανε ένα ψεύτικο θόρυβο και είπανε, ότι η Παναγία έζησε κι’ ετάφη, όχι στα Ιεροσόλυμα, στην Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο!
      Και αυτό το στηρίζουν —άκουσον, άκουσον— στο όνειρο μιάς φραγκοκαλόγρηας, που είδε τον περασμένο αιώνα. Οι δε Τούρκοι το δεχθηκαν αυτό ευχαρίστως χάριν του Τουρισμού τους…
      Τα ψεύτικα όμως αυτά κατασκευάσματα των Παπικών τα διαλύει και τα εξαφανίζει η Ιστορία, η Παράδοσις και η Υμνογραφία. Οι επιδιώξεις τών παπικών και η σύγχυσις πού προσπαθούν να επιτύχουν στο σημείο αυτό αποτυγχάνουν.
      Όπως αναφέρουν οι ιστορικές πηγές, η Παναγία ετάφη στην Γεθσημανή. Σέ κώδικα του 11ου αιώνος μ.Χ., ο οποίος ευρίσκεται σ την βιβλιοθήκη του Βατικανού, υπάρχει κατάλογος τών Ναών, που ίδρυσε η Άγια Ελένη. Μεταξύ δε τών Ναών αυτών αναγράφεται τέταρτος κατά σειράν ο Ναός αυτός: «Εκκλησία εν Γεθσημανή επί του τάφου της Υπεραγίας Θεοτόκου».
      Η αυτοκράτειρα Πουλχερία άνοιξε τον τάφο της Παρθένου και μέρος τών «νεκρικών οθονίων» μετεκομίσθη ευλαβικά και εφυλάχθη στην Κωνσταντινούπολη στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
      Ο σημερινός ναός της Παναγίας Στα Ιεροσόλυμα έχει μήκος 30 μέτρα και πλάτος οκτώ. Ο τάφος είναι λαξευμένος σέ βράχο και βρίσκεται στα δεξιά του εισερχομένου πιστού.
      Τό γεγονός, ότι ο τάφος της Θεομήτορος βρίσκεται σ την Γεθσημενή ενισχύουν και οί αρχαίοι ύμνοι της Εκκλησίας, οι όποιοι γραφήκανε από ευσεβείς και αφανείς υμνογράφους. να τί λέγει ένα τροπάριο για το μέρος της Αναπαύσεως της Ευλογημένης:
      «Χαίρε Γεθσημανή το τέμενος το θείον της μόνης Θεοτόκου, εν ώπερ ανεκλήθη απάντων η Βασίλισσα».
      Κανένας εις το πέρασμα τών αιώνων, έκτος τών Παπικών, δεν σκέφτηκε ν’ αμφισβήτηση τα άγια κι’ αδιάψευστα λόγια της Αειπάρθενου προς τούς Αποστόλους, πού επαναλαμβά¬νουν με ιερή συγκίνηση χιλιάδες κι’ εκατοντάδες χιλιάδων Χριστιανικές φωνές:
      «Απόστολοι εκ περάτων σνναθροισθέντες ενθάδε ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ τω χωρίω κηδευσατέ μου το Σώμα…».
      Ο κορυφαίος υμνογράφος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, σέ Κανόνα, πού ψάλλεται κατά την ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως, ως τόπον κοιμήσεως της Θεοτόκου αναφέρει την Σιών, δηλαδή την Ιερουσαλήμ.
      «Όμολογούμεν την Άγίαν Παρθένον Θεοτόκον»
      Στην ‘Ορθόδοξον Έκκλησίαν η Παναγία είναι: α) ‘Αειπάρθενος καί β) Θεοτόκος. η Παναγία εγέννησε Παρθένος και έμεινε Παρθένος σ’ όλη την επίγειο ζωή της. Γέννησε δε Θεόν και όχι «τον άνθρωπον Χριστόν», όπως υποστηρίζουν βλασφημουντές οι αιρετικοί.
      Στην πρώτη Εκκλησία δε ν φαίνεται μεγάλη τιμή. Διότι η Εκκλησία εφοβείτο μήπως οί πιστοί την εκλάβουν ώς Θεάν, όπως ήσαν συνηθισμένοι άπό την είδωλολατρείαν με τις θεές: Αθηνάν, Αρτέμιδα, Ήραν. Παρ’ όλα αυτά ο σεβασμός στο πρόσωπο της Παναγίας παρεξηγήθη από Χριστιανούς ωρισμένων μερών, όπως της Αραβίας, της Σκυθίας καί της Θράκης και κατάντησε στο τέλος λατρεία της Μαρίας. Αυτό ωνομάσθηκε Μαριολατρεία.
      Έκτος όμως άπό αυτή την έκδήλωσι, εμφανίστηκαν και βλασφημουντές κατά της Αειπαρθένου, οί όποιοι έδίδασκαν, ότι η Μαρία, μετά την γέννησι τού Χριστού, έγέννησε καί άλλα παιδιά με τον Ιωσήφ, αυτοί είναι σήμερα οί Προτεστάνται (Ευαγγελικοί – Μεθοδισταί, Βαπτισταί) κ.λπ. καί περισσότερον οι αντίχριστοι Ίεχωβάδες, όπως γράφομε εις άλλην σελίδα.
      Χαλασμένα μυαλά καί άπύλωτα στόματα προσπαθήσανε να μιάνουν την θεία Κιβωτό, την Παρθένο, καί να την παρουσιάσουν «Χρυστοτόκο» δηλαδή «ανθρωποτόκο». Σκοτεινός νους αυτής της αιρετικής σκέψεως ήτανε ο Νέστορας καί σήμερα οί Πρετεστάνται.
      Γιά τις αιρέσεις αυτές συνήλθε σ την Έφεσο η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. Αυτοκράτορας στο Βυζάντιο τότε ήτανε ο Θεοδόσιος ο Μικρός.
      Η Σύνοδος ως γνωστόν, κατεδίκασε την αίρεσι του Νεστορίου και έξέδωκε τον παρακάτω όρον πίστεως:
      «Όμολογούμεν την Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον, δια τον Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ένανθρωπήσαι και έξ αυτής της συλλήψεως ένώσαι έαυτω τον εξ αυτής ληφθέντα ναόν».
      Η απόφασις των 200 Πατέρων της Συνόδου εκείνης πανηγυρίστηκε από τον λαό της Εφέσου και οί Πατέρες έγιναν άντικείμενον θερμών ζητωκραυγών.
      Η Ορθοδοξία θέλει την Παναγία σε θέσι δόξης. Σύμφωνα με την Ορθόδοξο διδασκαλία η θέσις της Παρθένου «ετέθη ευθύς αμέσως μετά τον Χριστόν». Είναι «η μετά Θεόν Θεός», κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον.
      Απολυτίκιο
      ν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν


      Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

      ΠΑΝΑΓΙΑ:ΤΟ ΕΜΨΥΧΟΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΡΤΟΦΟΡΙΟΝ

      Από τα παλαιότερα χρόνια ο άνθρωπος έστηνε κι έχτιζε «ιερά», τόπους λατρείας. Στην Παλαιά Διαθήκη, ποιος δε θυμάται τη Σκηνή του Μαρτυρίου, μέσα στην οποία οι Ιουδαίοι φύλαγαν τις πλάκες της Διαθήκης και τη στάμνα με το μάννα, την ουράνια τροφή που τους έστειλε ο Θεός στα χρόνια της περιπλάνησής τους για τη Γη της Επαγγελίας; Ποιος δε θυμάται τον περίφημο Ναό του Σολομώντα, στα Ιεροσόλυμα, ή ποιος δε γνωρίζει πως οι Χριστιανοί, ευθύς εξ αρχής, διαμόρφωναν ή έχτιζαν «Ιερά Τεμένη», μέσα στα οποία λάτρευαν «εν πνεύματι και αληθεία» τον Τριαδικό Θεό μας;
         Κάθε τόπος και περιοχή έχει να παρουσιάσει Ναούς, παρεκκλήσια και εξωκλήσια, όμορφους ή απλούς, μεγάλους ή ταπεινούς. Και η χώρα μας, με τη δική της Ορθόδοξη ταυτότητα και μακραίωνη παράδοση, καυχάται για το πλήθος των Ναών και των εκκλησιών της. Ο κάθε Ναός, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, είναι τόπος προσευχής των πιστών και χώρος συνάντησης των «εν Χριστώ» αδελφών. Είναι όμως και κάτι παραπάνω: Είναι «επίγειος ουρανός, στον οποίον ο Επουράνιος Θεός κατοικεί και περιπατεί» (Άγιος Γερμανός, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως). Πώς είναι δυνατόν να «κατοικεί» κάπου συγκεκριμένα ο άσαρκος Θεός, αφού δεν είναι ύπαρξη όμοια με τη δική μας; Κι όμως «πληρεί», γεμίζει, το Ναό - τον κάθε Ορθόδοξο Ναό - ο Τριαδικός Θεός μας, ως «Πνεύμα», όπως το οξυγόνο που υπάρχει παντού. Και σωματικά ακόμα κατοικεί ο Θεός μας μέσα στον κάθε Ορθόδοξο Ναό, συγκεκριμένα πάνω στην Αγία Τράπεζα, μέσα στο επίχρυσο καλαίσθητο πυργίσκο, το Ιερό Αρτοφόριο. Μέσα σ’ αυτό ο Ιερέας φυλάσσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τη Θεία Κοινωνία από τη Μεγάλη Πέμπτη!
           Αρτοφόριο. Σύνθετη λέξη, υλικός χώρος που «μέσα του φέρει τον Άγιον Άρτον». Ένα άψυχο αντικείμενο, ένα ιερό σκεύος. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο, έμψυχο Αρτοφόριο, κι αυτό είναι η Παναγία μας. Αυτή, «η μόνη ακατηγόρητη και καλή απ’ όλες τις γυναίκες του κόσμου, του χθες, του σήμερα και του αύριο», μια ταπεινή και άσημη παιδούλα, κόρη του Ιωακείμ και της γερόντισσας Άννας, επελέγη από τον Ουρανό για να φιλοξενήσει μέσα Της, να φέρει, να σηκώσει και να φυλάξει για εννέα μήνες, τον Πλάστη και Δημιουργό Της, το Λόγο του Θεού! Και κάτι εντυπωσιακότερο: Πρόσφερε στο Θεό Της, αυτό που Εκείνος Της έδωσε, ανθρώπινη σάρκα! Έγινε «η έμψυχος τράπεζα», το ζωντανό τραπέζι, ο υψηλός ο θρόνος του Κυρίου μας, όπως την αποκαλούμε στους Οίκους των Χαιρετισμών. Το Ιερό Αρτοφόριο! Αξιώθηκε ό,τι δεν αξιώθηκε ποτέ γυναίκα κι ούτε θα αξιωθεί. Τη ζήλεψαν γι’ αυτό και Τη δοξολόγησαν και Τη δοξολογούν οι άγγελοι. Κι εμείς οι άνθρωποι: Τη θαυμάσαμε και Τη θαυμάζουμε, Την αγαπήσαμε και Την αγαπάμε, Την υμνήσαμε και Την υμνούμε. Σ’ Αυτήν καταφεύγουμε, και σαν μικρά παιδιά τριβόμαστε στη φούστα Της και Της ζητάμε χίλια δυο αιτήματα και παρακάλια. Κι Αυτή, «ως έχουσα παρρησίαν», μεσιτεύει στο Γιο Της και μας δωρίζει γήινες και παραδεισένιες γλύκες…

           Έχει η πίστη μας μια άλλη ομορφιά, δε μας αφήνει να «χαζεύουμε» με τη διάνοιά μας το Θεό ή να Τον αναπολούμε προσευχόμενοι όρθιοι, γονατιστοί ή οκλαδόν, όπως διάφορα ανατολικά θρησκεύματα. Μας δίνει τη δυνατότητα να Τον μεταλάβουμε, να Τον γευθούμε, να Τον ζήσουμε και κατά συνέπεια να Τον μοιάσουμε, να θεωθούμε! Σε κάθε Θεία Λειτουργία μεταλαμβάνουμε τον ίδιο το Θεό που έφερε στη γαστέρα Της η Θεοτόκος! Τον ίδιο το Θεό που φιλοξενείται σε κάθε Ιερό Αρτοφόριο της Ορθοδοξίας! Κι είναι αυτό μεγαλειώδες και μυστήριο… Έτσι, κάθε φορά που μεταλαμβάνω γίνομαι κι εγώ μια «Παναγία», ένα ιερό αρτοφόριο, αφού φέρω μέσα μου το Θεό!
           Τούτη τη σκέψη την κρατώ στο φτωχικό μυαλό μου. Θαυμάζω κι απορώ. Γλυκαίνομαι και ταυτόχρονα προβληματίζομαι: Κύριε, επέλεξες τη Μαριάμ γιατί το άξιζε, ήταν το κόσμημα της Γης και του Ουρανού, εγώ όμως αξίζω να Σε μεταλάβω; Κι έρχεται γρήγορα η απάντηση απ’ τη συνείδησή μου: Όχι, γιατί είμαι αμαρτωλός και «τα άγια» προσφέρονται μονάχα «στους αγίους». Όμως, ακούω μυστικά τον παρήγορο δικό Σου λόγο, βγαλμένο από τη Βίβλο κι από την Παράδοσή μας: Παιδί μου, ποιος σ’ εμποδίζει να καθαριστείς, αναζητώντάς Με στο Ιερό Εξομολογητήριό μου;

      Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


      ῾Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαί μου τήν ψυχήν· εἰρήνευσον Κόρη τῇ γαλήνῃ, τῇ τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ σου Πανάμωμε᾽.
      (Μέ ταράζουν οἱ ἐπιθέσεις τῶν παθῶν, γεμίζοντάς μου τήν ψυχή ἀπό πολλή ἀθυμία. Δῶσε μου τήν εἰρήνη, Πανάμωμη Κόρη, μέ τήν γαλήνη πού δίνει ὁ Υἱός καί Θεός σου).

       ᾽Απόλυτα γνώστης τῆς χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί ἔμπειρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς δέν ὡραιοποιεῖ τήν χριστιανική ζωή οὔτε ἀποκρύπτει κάτι ἀπό ὅ,τι συμβαίνει μέσα στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ πού ἐκπροσωπεῖ: παλεύει μέ τά πάθη του, τά ὁποῖα νιώθει ὅτι λειτουργοῦν ἐνάντια στήν ὕπαρξή του εἴτε μέ τήν μορφή τῆς φιληδονίας εἴτε τῆς φιλοδοξίας εἴτε τῆς φιλαργυρίας. 

       Καί ναί μέν μέ τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Κυρίου καί τήν ἐνσωμάτωση στό ἅγιο σῶμα Του διά τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος τοῦ δόθηκε ἡ δυνατότητα νά μήν ἁμαρτάνει ἀναγκαστικά, δηλαδή νά μήν καθορίζουν τά πάθη τήν πορεία του ἀνεξάρτητα ἀπό τήν θέλησή του, ὅμως στόν κόσμο τοῦτο καί μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου συχνά οἱ ἐπιθέσεις τῶν παθῶν εἶναι ἰσχυρές, καθώς ὑπάρχει πνευματική χαλάρωση καί παραχώρηση ἀπό τόν Κύριο στόν Πονηρό νά ὑποκινεῖ τά πάθη αὐτά πρός μείζονα ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου.

       ῎Ετσι τά πάθη πού ὁδηγοῦν στίς ἁμαρτίες τόν ἄνθρωπο, καί ξεπεράστηκαν καί συνεχίζουν νά ὑφίστανται, προκαλώντας μέ τήν ἐνέργειά τους ἀθυμία στόν ἄνθρωπο, δηλαδή ἀτονία στήν πνευματική ζωή καί ἔλλειψη ὁποιουδήποτε ἐνδιαφέροντος γι᾽ αὐτήν.
       Στήν κρίσιμη αὐτή στιγμή οἱ δρόμοι εἶναι δύοἤ ἀφήνεται ὁ ἄνθρωπος ἔρμαιο αὐτῶν, συνεπῶς γίνεται δοῦλος τῶν παθῶν του καί ὑποχείριο τῶν δαιμόνων πού κρύβονται πίσω ἀπό αὐτά, ἤ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἡ πιό εὐλογημένη ὥρα γιά πνευματική προκοπή, δεδομένου ὅτι μέ τήν ἀντίδρασή του καί τήν ἐν νήψει ἐπιμονή του στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου γεμίζει ἀπό τήν παρουσία τῆς χάρης Του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅλοι οἱ νηπτικοί Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας διακηρύσσουν ὅτι τότε ὑφίσταται Πνευματική ζωή, ὅταν ὁ πιστός ἐναντιώνεται πρός τά πάθη τοῦ ἐγωϊσμοῦ του, ἀγωνιζόμενος νά τά μεταστρέψει καί νά τά κάνει ἔνθεα πάθη, δηλαδή ἀγάπη καί ταπείνωση.

      ᾽Απαιτεῖται ὅμως ἡ βοήθεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽ βεβαίωσε ὁ Κύριος. 
      Ὁ ὑμνογράφος λοιπόν στρέφεται πρός τόν Κύριο, μέσω ὅμως τῆς Παναγίας Μητέρας Του. Γιατί γνωρίζει τήν δύναμή τῆς μεσιτείας της σ᾽ ᾽Εκεῖνον.
       Καί τί τήν παρακαλεῖ; Νά δώσει ὁ Υἱός καί Θεός της τήν γαλήνη καί τήν εἰρήνη τῆς ψυχῆς ἀπό τόν πόλεμο πού ὑφίσταται ἀπό τά πάθη. 
      ῎Οχι ἁπλῶς νά εἰρηνεύσουν καί νά γαληνέψουν τά πάθη, ἀλλά νά εἰρηνεύσουν μέ τήν γαλήνη πού δίνει ὁ Χριστός. 
      Γιατί κάνουμε τήν διάκριση αὐτή; Διότι ὑπάρχει γαλήνη καί εἰρήνη πού προέρχεται ἀπό τήν ὑποχώρηση τῶν δαιμόνων ἄχρι καιροῦ καί ὑπάρχει καί γαλήνη καί εἰρήνη πού δίνεται ὡς χάρη ἀπό τόν Κύριο στόν γνήσια ἀγωνιζόμενο πιστό. ῾

      Η πρώτη περίπτωση εἶναι ἐξόχως ἐπικίνδυνη, διότι βρίσκεται μέσα σέ σχέδιο τοῦ Πονηροῦ, προκειμένου νά χαλαρώσει πνευματικά ὁ ἄνθρωπος νομίζοντας ὅτι ξέφυγε ἀπό τήν ἐνέργεια τῶν δαιμόνων. Κι ἐκεῖ πού ἔχει πιστέψει ὅτι εἶναι ἥσυχος νά ὑποστεῖ συντριπτική ἧττα, γιατί τόν βρίσκει ἀνέτοιμο καί κοιμισμένο. 

      Στήν δεύτερη ὅμως περίπτωση, ἔχουμε τήν ἀληθινή ὅπως εἴπαμε γαλήνη καί εἰρήνη, γιατί ἀποτελεῖ δωρεά τοῦ Κυρίου σ᾽ ἐκεῖνον ὅμως τόν πιστό πού βρίσκεται σέ κατάσταση πνευματικῆς ἐγρήγορσης, συνεπῶς μέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου ἐλέγχει τά πάθη του καί ζεῖ τήν χριστιανική ἀπάθεια. 
      Γι᾽ αὐτήν τήν γαλήνη καί εἰρήνη μιλάει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ῾τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν᾽, στήν ὁποία προσβλέπει καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί μακάρι ὅλοι μας.
      π.Γεώργιος  Δορμπαράκης

      Ο ΠΗΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΡΙ

      «Ο Θεός είναι ο Ήλιος της δικαιοσύνης, όπως έχει γραφεί, σκορπώντας σ’ όλους γενικά τις ακτίνες της καλοσύνης του, και η ψυχή γίνεται στο φρόνημα είτε κερί όταν αγαπά τον Θεό ή πηλός όταν αγαπά την ύλη.
      Όπως λοιπόν σύμφωνα με τη φύση του ο πηλός ξεραίνεται από τον ήλιο, ενώ το κερί κατά φύση μαλακώνει, έτσι και ψυχή που αγαπά την ύλη και τον κόσμο ακούοντας τις νουθεσίες του Θεού κι αντιδρώντας με το φρόνημα καθώς ο πηλός σκληραίνει κι όπως ο Φαραώ, σπρώχνει τον εαυτό της στην καταστροφή. 
      Αλλά κάθε ψυχή που αγαπά το Θεό σαν κερί που είναι μαλακώνει και με την εισδοχή των θεϊκών σημείων και τύπων γίνεται πνευματικό κατοικητήριο του Θεού.Όποιος καταφώτισε το νου του με τα θεία νοήματα και συνήθισε την γλώσσα του να δοξολογεί αδιάκοπα τον Δημιουργό με θείους ύμνους και εξαγίασε τις αισθήσεις του με τις αγνές φαντασίες, αυτός στο κατ’ εικόνα θείο καλό, πρόσθεσε το καθ’ ομοίωση αγαθό της γνώμης του.

      Φυλάει κανείς ακηλίδωτη την ψυχή του για το Θεό, αν εξαναγκάσει το πνεύμα του να διανοείται μόνο για το Θεό και τις αρετές του, αν καταστήσει το λόγο του εξηγητή κι ερμηνευτή των ιδίων αρετών, κι αν διδάξει την αίσθησή του να φαντάζεται με ευλάβεια τον ορατό κόσμο κι όλα όσα περιέχει πληροφορώντας την ψυχή του για το μεγαλείο των λόγων που αυτά περικλείουν.

      Ο Θεός, αφού μας ελευθέρωσε από τη σκληρή δουλεία των δαιμόνων που μας εξουσιάζουν, μας χάρισε φιλάνθρωπο ζυγό της θεοσέβειας την ταπεινοφροσύνη· δαμάζει αυτή κάθε διαβολική δύναμη και σ’ όποιους την προτιμήσουν χτίζει κάθε αγαθό και το φυλάει ανάλωτο από τις ραδιουργίες.

      Όποιος πιστεύει φοβάται, κι όποιος φοβάται ταπεινοφρονεί, κι όποιος ταπεινοφρονεί γίνεται πράος κρατώντας μέσα του άπρακτα τα παρά φύση κινήματα του θυμού και της επιθυμίας. Ο πράος φυλάει τις εντολές· όποιος φυλάει τις εντολές γίνεται καθαρός· όποιος γίνει καθαρός φωτίζεται εσωτερικά, κι όποιος φωτιστεί γίνεται άξιος να συγκοιμηθεί με το νυμφίο Λόγο στον κοιτώνα των Μυστηρίων».

      (Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής)